loader image
Close
  • Αρχική
  • Βιογραφικό
  • Υπηρεσίες
    • Δίκαιο Σημάτων
    • Ακίνητα – Εμπράγματο Δίκαιο
    • Υποστήριξη Επιχειρήσεων
    • Υποστήριξη Ιδιωτών
  • Δημοσιεύσεις
  • Νέα
  • Επικοινωνία
  • Αρχική
  • Βιογραφικό
  • Υπηρεσίες
    • Δίκαιο Σημάτων
    • Ακίνητα – Εμπράγματο Δίκαιο
    • Υποστήριξη Επιχειρήσεων
    • Υποστήριξη Ιδιωτών
  • Δημοσιεύσεις
  • Νέα
  • Επικοινωνία
(+30) 2310 551 140
  • Αρχική
  • Βιογραφικό
  • Υπηρεσίες
    • Δίκαιο Σημάτων
    • Ακίνητα – Εμπράγματο Δίκαιο
    • Υποστήριξη Επιχειρήσεων
    • Υποστήριξη Ιδιωτών
  • Δημοσιεύσεις
  • Νέα
  • Επικοινωνία
(+30) 2310 551 140

Άποψη: αλήθειες και πλάνες για τη δικαιοσύνη

21 Φεβρουαρίου, 2021
Νέα

δημοσίευση στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Στο φύλλο υπ’ αριθ. 30623 της 17ης Ιανουαρίου 2021 της έγκριτης και με σημαντικό αναγνωστικό κοινό εφημερίδας σας (Καθημερινής της Κυριακής) φιλοξενήθηκε άρθρο των υπηρετούντων στο Συμβούλιο της Επικρατείας δικαστικών λειτουργών και μελών του ΔΣ της Ενώσεως Δικαστικών λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας, κ.κ. Παναγιώτη Κ. Τσούκα, Ευάγγελου Αργυρού, Κωνσταντίνου Γεωργακόπουλου, Ιωάννη Ρόκα και Δημητρίου Τομαρά, του πρώτου Συμβούλου, του τρίτου Εισηγητή και των υπολοίπων Παρέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τίτλο «Η Ελληνική Δικαιοσύνη και δύο πρωταρχικά προβλήματά της», στο οποίο οι σεβαστοί δικαστικοί λειτουργοί εκτιμούν ότι «το κύριο, οξύτατο» πρόβλημα των ελληνικών Δικαστηρίων είναι «ο υπερβολικός αριθμός των κατ’ έτος νέων διαφορών» που άγονται για δικαστική επίλυση, εξαιτίας των οποίων «η δικαστική ύλη ανέρχεται σε ιλιγγιώδη μεγέθη» και, μολονότι «εμφανίζει συγκυριακές τάσεις υποχωρήσεως», «βαίνει διογκούμενη», ισχυριζόμενοι εν συνεχεία ότι αυτό είναι απότοκο κυρίως (α) του χαμηλού (κατά τους ίδιους) ύψους της επιδικαζόμενης από τις δικαστικές αποφάσεις δικαστικής δαπάνης, ως και του τρόπου που αυτή επιμερίζεται στους διαδίκους, και (β) του μεγάλου αριθμού των πτυχιούχων νομικής και ακολούθως των δικηγόρων, που για λόγους «αυτοσυντήρησης» δημιουργούν «τεχνητή ζήτηση» των υπηρεσιών τους και «ζήτηση προπετών, αβασάνιστων, ακόμα και στρεψόδικων προσφυγών στα δικαστήρια»,  ενώ συγχρόνως με τη νοοτροπία τους «αποτρέπουν ή πνίγουν την εκδήλωση σχεδόν κάθε μεταρρυθμιστικής προσπάθειας» (για το τελευταίο γίνεται μομφή και κατά των δικαστικών). Χωρίς να φιλοδοξούμε ασφαλώς να εξαντλήσουμε από την χωρικά περιορισμένη αυτή θέση τη συζήτηση για ένα τόσο κρίσιμο, σύνθετο και διαχρονικό ζήτημα, όπως είναι αυτό των προβλημάτων της Δικαιοσύνης, οφείλουμε ως εκ του θεσμικού μας ρόλου να επισημάνουμε επιγραμματικά ορισμένα γεγονότα που καθιστούν τις σκέψεις των παραπάνω δικαστικών λειτουργών ολότελα εσφαλμένες.

Πριν απ’ όλα, η βασική παραδοχή, περί διαρκώς διογκούμενης δικαστηριακής ύλης, η οποία τίθεται και ως προϋπόθεση για τους συλλογισμούς που ακολουθούν, κατά την άποψή μας, στερείται ερείσματος, καθώς μία σειρά σημαντικών παραγόντων συνηγορούν ισχυρά υπέρ του αντιθέτου, ότι δηλαδή η δικαστηριακή ύλη τελεί σε διαρκή συρρίκνωση. Τέτοιοι παράγοντες είναι η απίσχναση της οικονομικής δυνατότητας των πολιτών, η ολοένα ευρύτερη διάδοση μεθόδων εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών, η νομοθετική συρρίκνωση της δικαστηριακής ύλης, η, με πρωτοβουλία της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας, ικανοποίηση κοινωνικοασφαλιστικών δικαιωμάτων χωρίς ανάγκη δικαστικής προσφυγής, η μαζική παραγραφή αδικημάτων, η στροφή στην προληπτική δικηγορία, η είσοδος της Διοίκησης στο ψηφιακό περιβάλλον, η αναλογία εισερχομένων-εξερχομένων στον κλάδο κ.α. Αυτό επιβεβαιώνεται, άλλωστε, και από τα στατιστικά στοιχεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, όπου φαίνεται πως ο αριθμός των υποθέσεων που εισάγονται ετησίως υποχωρεί σταθερά κατ’ έτος, και ενδεικτικά, στα Πρωτοδικεία από τις 342.539 το 2014 στις 200.010 το 2019 (και στις 126.869 έως τον Οκτώβριο 2020), στα Ειρηνοδικεία από 218.682 το 2018 στις 195.480 το 2019, στο Συμβούλιο της Επικρατείας από τις 4.675 το 2016 στις 3.521 το 2019 κ.ο.κ. (πηγή https://www.ministryofjustice.gr). Ανάλογο συμπέρασμα εξάγουμε και από τα στοιχεία που δημοσιεύονται στην έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «The 2019 EU Justice Scoreboard», σύμφωνα με τα γραφήματα της οποίας μεταξύ 24 κρατών-μελών της ΕΕ η χώρα μας κατατάσσεται μεσοσταθμικά για τα έτη 2010, 2015, 2016 και 2017 σε σχετικά χαμηλή θέση ως προς τον κατ’ έτος αριθμό των εισερχόμενων υποθέσεων του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, με αναλογία 2,2-2,3 υποθέσεις ανά 100 κατοίκους για τις πολιτικές υποθέσεις (έναντι 6,5-7 λ.χ. του Βελγίου) και περίπου 0,5-0,6 υποθέσεις ανά εκατό κατοίκους για τις διοικητικές (έναντι 0,75-0,8 λ.χ. της Αυστρίας ή 0,9 της Γερμανίας), και με πτωτική ανά έτος πορεία (πηγή htts://ec.europa.eu). Μείωση των δικών καταδεικνύουν και τα στοιχεία που αφορούν στο συνολικό αριθμό  εκδοθέντων γραμματίων προείσπραξης εισφορών και ενσήμων των δικηγόρων, όπως αντλούνται από τη διαδικτυακή πύλη portal.olomeleia.gr., που βαίνει σταδιακά μειούμενος και, ενδεικτικά, ανήλθε το έτος 2017 σε 1.210.097, το έτος 2018 σε 1.192.408, το έτος 2019 σε 1.141.693 και το έτος 2020 σε 842.736 (σημειώνεται ότι οι σταδιακά ενταχθέντες στο σύστημα δικηγορικοί σύλλογοι αυξήθηκαν από 49 το έτος 2017 στους 60 το έτος 2020).

Ακόμη όμως κι αν δεχθούμε, χάριν συζητήσεως, πως παρατηρείται αύξηση της δικαστηριακής ύλης, η αντίληψη, περαιτέρω, πως θα πρέπει να νομοθετηθεί η αύξηση του ύψους της δικαστικής δαπάνης, ως αντικίνητρο προσφυγής στη Δικαιοσύνη, είναι αβάσιμη, όσο και επικίνδυνη. Αβάσιμη, διότι, όπως είναι γνωστό σε όλους, το κόστος της Δικαιοσύνης, ιδίως αφότου εισήχθησαν «μνημονιακές» δημοσιονομικές ρυθμίσεις, βαίνει διαρκώς, και κατά λόγο αντίστροφο των οικονομικών δυνατοτήτων των πολιτών, αυξανόμενο, έχοντας προ πολλού καταστήσει οικονομικά δυσβάσταχτη την αναζήτηση δικαστικής προστασίας. Ας αναφερθεί ενδεικτικά ότι, μεταξύ άλλων επιβαρύνσεων, άδικων έως συχνά αντισυνταγματικών, επιβλήθηκαν: α) Φ.Π.Α. ύψους 24% στις δικηγορικές υπηρεσίες, β) υποχρέωση καταβολής παραβόλου υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου πριν από κάθε σχεδόν ενέργεια που επιχειρείται ενώπιον Δικαστηρίου και άλλων Αρχών ή αύξηση της αξίας του, όπου ήδη υπήρχε, γ) υπερδιπλασιασμός του ύψους του δικαστικού ενσήμου και υποχρέωση καταβολής του και σε αναγνωριστικές αγωγές, δ) υποχρέωση τήρησης, επί ποινή ακυρότητας ή ως λόγος άρνησης καταχώρισης στα Κτηματολογικά Γραφεία, μίας ιδιαίτερα δαπανηρής διαδικασίας, πριν και μετά τη δίκη κλπ., δαπάνες που κατά το μεγαλύτερο μέρος τους επιβαρύνουν τους πολίτες, κατά δε το υπόλοιπο «απορροφώνται» από τη δικηγορική αμοιβή, την οποία και απομειώνουν. Δεν πρέπει άλλωστε να παραβλέπουμε και το γεγονός της περιορισμένης, σε σύγκριση με τα άλλα Ευρωπαϊκά κράτη, εφαρμογής στη χώρα μας του θεσμού της νομικής βοήθειας των οικονομικά ασθενέστερων πολιτών. Συνεπώς τυχόν περαιτέρω αύξηση του κόστους της  Δικαιοσύνης θα καταστήσει απολύτως απαγορευτική την, ήδη δυσχερή από οικονομικής άποψης, πρόσβαση σε αυτήν ενός ιδιαιτέρως μεγάλου μέρους των πολιτών, θέτοντας σε κίνδυνο το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα δικαστικής προστασίας, με αυτονόητα δυσμενείς συνέπειες για τον πολίτη και ευρύτερα την Πολιτεία. Τέλος, ο τρόπος υπολογισμού της δικαστικής δαπάνης, όσο και επιμερισμού της με βάση την «αρχή της ήττας» ρυθμίζεται ήδη επαρκώς de lege lata, ώστε εδώ να μην απαιτείται νομοθετική μεταβολή, αλλά να εναπόκειται μόνο στα Δικαστήρια η ορθή εφαρμογή του νόμου.

 Εξίσου αβάσιμη και επικίνδυνη είναι και η άποψη ότι η αύξηση της δικαστηριακής ύλης – που παρατηρούν οι συντάκτες του σχολιαζόμενου άρθρου- οφείλεται στην πρόκληση «τεχνητής ζήτησης» δικηγορικών υπηρεσιών από τους δικηγόρους, στο πλαίσιο της προσπάθειάς τους να βιοποριστούν (με ανοίκεια μάλιστα αναφορά σε «προπετείς» προσφυγές), που άλλωστε διατυπώνεται εντελώς αόριστα, χωρίς καμία εξειδίκευση και ποσοτικοποίηση, και είναι αμφίβολο εάν θα μπορούσε να εμπλουτίσει μία συζήτηση που μόνο με ακριβή δεδομένα μπορεί να διεξάγεται. Λησμονείται ίσως καταρχάς ότι η αντίληψη για τη σπουδαιότητα μίας υπόθεσης, όπως και για την in concreto αναγκαιότητα της δικαστικής της επιδίωξης, καθορίζεται εν πολλοίς από το υποκειμενικό στοιχείο, δηλαδή από το σύστημα απόψεων, αναγκών, επιδιώξεων, αλλά και δυνατοτήτων του εκάστοτε πολίτη που ζητά δικαστική προστασία, πράγμα που ήδη εξ αρχής σχετικοποιεί την περί «ανώφελης» ή «τεχνητής» προσφυγής στη Δικαιοσύνη αναφορά. Κυρίως όμως ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί μία απολύτως αστήριχτη και άδικη προσβολή του δικηγορικού λειτουργήματος συλλήβδην, μία ισοπεδωτική και ανώφελη απαξίωση του δικηγόρου ως νομικού παραστάτη του πολίτη και ως συλλειτουργού της Δικαιοσύνης, ικανή να προκαλέσει στους αναγνώστες πεπλανημένη εντύπωση για το ρόλο του στην απονομή της Δικαιοσύνης και, περαιτέρω, κλονισμό της εμπιστοσύνης στον ίδιο το θεσμό. Ταυτόχρονα, υποβαθμίζεται η καταλυτική επίδραση στην αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων, παραγόντων όπως είναι οι συχνές νομολογιακές διακυμάνσεις και μεταστροφές, οι εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις των Δικαστηρίων για κρίσιμα νομικά ζητήματα, η ευκολία με την οποία ενίοτε απορρίπτονται ένδικα βοηθήματα για τυπικές πλημμέλειες σε βάρος της ουσίας, η χαμηλή ποιότητα μέρους του παραγόμενου δικαστικού έργου,  η πολυνομία, η έλλειψη κωδικοποιήσεων, οι νομοτεχνικές ελλείψεις και αβλεψίες, η κακή εν γένει νομοθέτηση, η γραφειοκρατία κ.α., εξαιτίας των οποίων προκαλείται έντονη ανασφάλεια δικαίου και καθίσταται το ήδη δυσχερές έργο του δικηγόρου έτι -κι ανώφελα- δυσχερέστερο και επισφαλές. Παροράται, τέλος, ο κίνδυνος που εγκυμονεί για τις έννομες σχέσεις η, ολοένα συχνότερα παρατηρούμενη, αδικαιολόγητη -δηλαδή μη οφειλόμενη σε σοβαρό κώλυμα- καθυστέρηση στην έκδοση δικαστικών αποφάσεων.

Αναμφισβήτητη είναι και η θετική ανταπόκριση του δικηγορικού σώματος τόσο στην εισαγωγή νέων εναλλακτικών μεθόδων επίλυσης διαφορών, όσο και στον εν γένει διαρκή εκσυγχρονισμό της παροχής των υπηρεσιών. Ενδεικτικά, ο νεαρός παρ’ ημίν θεσμός της διαμεσολάβησης, εκ των βασικών μέσων επιτάχυνσης της δικαιοσύνης έχει τύχει σημαντικής υποδοχής και αποδοχής από το δικηγορικό σώμα -στο μέτρο που διατηρεί τον εκούσιο και δεν προσλαμβάνει υποχρεωτικό χαρακτήρα- ενώ τις τάξεις των διαπιστευμένων διαμεσολαβητών κοσμούν ήδη 2.017 Δικηγόροι (εκ των 2.554 συνολικά, δηλαδή ποσοστό περίπου 80%), οι δικηγορικοί σύλλογοι διατηρούν κέντρα εκπαίδευσης, διοργανώνουν τακτικά σεμινάρια κλπ. Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται η σύσταση με Π.Δ. μόνιμης διαιτησίας στους Δικηγορικούς Συλλόγους Αθηνών και Θεσσαλονίκης. Αντιθέτως, ο θεσμός της διαμεσολάβησης συστηματικά στηλιτεύτηκε από επίσημο δικαστικό συνδικαλιστικό όργανο ως απόπειρα «ιδιωτικοποίησης της Δικαιοσύνης» (βλ. ενδ. άρθρο του Προέδρου της ΕνΔΕ Χρ. Σεβαστίδη και του μέλους ΔΣ Χαρ. Σεβαστίδη με τίτλο «Ιδιωτικοποιείται η Δικαιοσύνη», πηγή: https://www.presspublica.gr/idiotikopiite-i-dikeosyni/). Αδίκως άρα οι σεβαστοί συντάκτες του σχολιαζόμενου άρθρου καταλογίζουν στους δικηγόρους (τουλάχιστον σ’ αυτούς) νοοτροπία που «πνίγει» τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες. 

Εκτιμούμε, τέλος, ότι η απόπειρα αναγόρευσης των παραπάνω σε προβλήματα, και πολύ περισσότερο σε «πρωταρχικά προβλήματα», της Δικαιοσύνης δεν είναι μόνο ανεπέρειστη, όπως δείξαμε, αλλά επιδρά αρνητικά στη συζήτηση που διεξάγεται για τη βελτίωση και την επιτάχυνση της απονομής Δικαιοσύνης, υποβαθμίζοντας αδικαιολόγητα τη βαρύτητα μείζονος σημασίας παραγόντων επιβάρυνσης της δικαιοδοτικής λειτουργίας, πολλοί εκ των οποίων επισημαίνονται στην Έκθεση της Επιτροπής Πισσαρίδη και, ακροθιγώς, στο παρόν, και την αποπροσανατολίζει εν τέλει από τα ειδικότερα και σημαντικά, σε ζητήματα που δεν εισφέρουν στο διάλογο.

Στάθης Β. Κουτσοχήνας,

Δικηγόρος, Πρόεδρος ΔΣ Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, Αντιπρόεδρος Συντονιστικής Επιτροπής Ολομέλειας Δικηγορικών Συλλόγων

Σπύρος Ι. Πετρίδης

Δικηγόρος, Μέλος ΔΣ Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης



English

Αρχική

Βιογραφικό

Υπηρεσίες

Δημοσιεύσεις

Νέα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 47

54625

2310 551 140

All Rights Reserved © 2025

  • Όροι & Προϋποθέσεις Χρήσης
  • Πολιτική Προσωπικών Δεδομένων – Cookies