loader image
Close
  • Αρχική
  • Βιογραφικό
  • Υπηρεσίες
    • Δίκαιο Σημάτων
    • Ακίνητα – Εμπράγματο Δίκαιο
    • Υποστήριξη Επιχειρήσεων
    • Υποστήριξη Ιδιωτών
  • Δημοσιεύσεις
  • Νέα
  • Επικοινωνία
  • Αρχική
  • Βιογραφικό
  • Υπηρεσίες
    • Δίκαιο Σημάτων
    • Ακίνητα – Εμπράγματο Δίκαιο
    • Υποστήριξη Επιχειρήσεων
    • Υποστήριξη Ιδιωτών
  • Δημοσιεύσεις
  • Νέα
  • Επικοινωνία
(+30) 2310 551 140
  • Αρχική
  • Βιογραφικό
  • Υπηρεσίες
    • Δίκαιο Σημάτων
    • Ακίνητα – Εμπράγματο Δίκαιο
    • Υποστήριξη Επιχειρήσεων
    • Υποστήριξη Ιδιωτών
  • Δημοσιεύσεις
  • Νέα
  • Επικοινωνία
(+30) 2310 551 140

Παρατηρήσεις στην απόφαση του ΔΕΚ της 30.11.2004, Υπόθεση C-16/03

30 Απριλίου, 2004
Δημοσιεύσεις

Παρατηρήσεις στην απόφαση του ΔΕΚ της 30.11.2004, Υπόθεση C-16/03, Peak Holding AB v Axolin-Elinor AB, δημοσιευμένες στην ΕΕΕυρΔ 4:2004, σελ. 792 επ.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Ι. Εισαγωγικά.– Το ΔΕΚ, μέσα από την πλούσια νομολογία του σε σχέση με το ζήτημα της ανάλωσης (ή εξάντλησης) των δικαιωμάτων πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας και ειδικότερα των δικαιωμάτων επί του σήματος, έχει διαμορφώσει κατευθυντήριες γραμμές για την ερμηνεία των σχετικών ζητημάτων. Τις κατευθυντήριες αυτές γραμμές καθιστά ακόμα πληρέστερες η σχολιαζόμενη απόφαση, η οποία αποτελεί ένα βήμα εμπρός στην εξέλιξη της σχετικής νομολογίας.

Επιχειρώντας μία ανασκόπηση της εξέλιξης της αρχής της ανάλωσης των δικαιωμάτων επί άυλων αγαθών, παρατηρούμε ότι αυτή αναπτύχθηκε αρχικά από το ΔΕΚ και εν συνεχεία αποτυπώθηκε και κωδικοποιήθηκε από τα κοινοτικά και εθνικά νομοθετήματα. Έτσι, ειδικά ως προς τα σήματα, προβλέπεται από το άρθρο 7 της Οδηγίας 89/104 για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων, από το άρθρο 13 του Κανονισμού 40/94 για το κοινοτικό σήμα, αλλά και από το άρθρο 20 § 3 του ν. 2239/1994.

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, το δικαίωμα επί του σήματος εξαντλείται και ο δικαιούχος του δεν μπορεί να το επικαλεστεί για να απαγορεύσει τη χρήση του σήματος για προϊόντα που έχουν διατεθεί υπό το εν λόγω σήμα στο εμπόριο μέσα στην Κοινότητα, από τον ίδιο τον δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του. Με άλλα λόγια, οριοθετείται το δικαίωμα στο σήμα και προβλέπεται ότι ο δικαιούχος δεν μπορεί να απαγορεύσει τη χρήση του σήματος σε σχέση με προϊόντα, που ο ίδιος έχει θέσει στην αγορά.

ΙΙ. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις.– Παρακάτω παρουσιάζονται κάποιες από τις χαρακτηριστικές κατευθυντήριες γραμμές του ΔΕΚ, που άπτονται του ζητήματος της ανάλωσης του αποκλειστικού δικαιώματος επί του σήματος.

Α. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι μαζί με την εξουσία του σηματούχου να αποτρέψει την παραπέρα κυκλοφορία των σηματοδοτημένων προϊόντων, εξαντλείται και η εξουσία του να απαγορεύσει τη διαφήμιση των προϊόντων ώστε να διευκολυνθεί η διάθεσή τους. Πάντως, η διαφήμιση του τρίτου μεταπωλητή είναι επιτρεπτή όταν γίνεται με απλή ανακοίνωση, χωρίς να δημιουργείται στο κοινό η εντύπωση ύπαρξης οργανωτικής ή άλλης σχέσης μεταξύ του μεταπωλητή και του παραγωγού. Γενικά, είναι επιτρεπτή όταν γίνεται μόνο στο μέτρο που είναι αναγκαίο για να ανακοινωθεί στο κοινό η προσφορά των προϊόντων από τον τρίτο. Έτσι, οι προαναφερθείσες διατάξεις των κοινοτικών νομοθετικών κειμένων που προβλέπουν την αρχή της ανάλωσης, δεν επιτρέπουν στον δικαιούχο σήματος να απαγορεύει σε τρίτο να χρησιμοποιεί το σήμα του προκειμένου να γνωστοποιεί στο κοινό ότι εκτελεί εργασίες επισκευής και συντήρησης προϊόντων που φέρουν το σήμα αυτό, τα οποία έχουν διατεθεί στο εμπόριο υπό το σήμα από τον δικαιούχο του ή με τη συγκατάθεσή του, ή ότι είναι ειδικευμένος ή ειδικός στην πώληση ή την επισκευή και τη συντήρηση των προϊόντων αυτών, εκτός εάν το σήμα χρησιμοποιείται κατά τρόπον ώστε να μπορεί να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι υπάρχει εμπορική σχέση μεταξύ της τρίτης επιχείρησης και του δικαιούχου του σήματος, ιδίως δε ότι η επιχείρηση του μεταπωλητή περιλαμβάνεται στο δίκτυο διανομής του δικαιούχου του σήματος ή ότι υπάρχει ιδιαίτερη σχέση μεταξύ των δύο επιχειρήσεων (Βλ. απάντηση επί του προδικαστικού ερωτήματος στην απόφαση του ΔΕΚ της 23.2.1999, Υπόθεση C-63/97, Bayerische Motorenwerke AG (BMW) και BMW Nederland BV v Ronald Karel R. Deenik).

Β. Ένα άλλο ζήτημα που παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον σε σχέση με την αρχή της ανάλωσης είναι αυτό της κοινοτικής ή διεθνούς ανάλωσης. Ειδικότερα, τα κοινοτικά κείμενα (Κανονισμός 40/94 και Οδηγία 89/104) καθιερώνουν την αρχή της κοινοτικής και όχι της διεθνούς ανάλωσης. Οι σχετικές διατάξεις ορίζουν ότι τα προϊόντα πρέπει να διατεθούν στο εμπόριο «μέσα στην Κοινότητα». Έτσι, κυκλοφορία των εμπορευμάτων εκτός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ) δεν επιφέρει την ανάλωση και ο δικαιούχος δύναται να εμποδίζει την κυκλοφορία των σηματοδοτημένων προϊόντων σε όλη την επικράτειά της.

Εξετάζοντας τις σχετικές με την αρχή της ανάλωσης διατάξεις της Οδηγίας 89/104, των οποίων το περιεχόμενο είναι κατ’ ουσίαν ταυτόσημο με αυτό του άρθρου 13 του Κανονισμού 40/94, το ΔΕΚ οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι η εφαρμογή της εν λόγω αρχής μόνο σε κοινοτικό επίπεδο είναι υποχρεωτική για τα κράτη μέλη. Επικαλέστηκε το επιχείρημα ότι εάν η Οδηγία άφηνε το περιθώριο επιλογής μεταξύ κοινοτικής ή διεθνούς ανάλωσης θα το προέβλεπε ρητά, όπως συμβαίνει με το άρθρο 5 αυτής, το οποίο ρητώς αφήνει στα κράτη μέλη το δικαίωμα να διατηρούν ή να θεσπίζουν ορισμένους κανόνες εντός των ειδικών ορίων που έχει θέσει ο κοινοτικός νομοθέτης και ειδικότερα η παράγραφος 2 αυτού επιτρέπει στα κράτη μέλη να παρέχουν ευρύτερη προστασία στα σήματα που έχουν αποκτήσει φήμη (Βλ. §§ 25-26 της απόφασης του ΔΕΚ της 16.7.1998, υπόθεση C-355/96, Silhouette International Schmied GmbH & Co. KG v Hartlauer Handelsgesellschaft GmbH).

Συμπερασματικά, κρίθηκε ότι το άρθρο 7 § 1 της Οδηγίας απαγορεύει εθνικούς κανόνες που προβλέπουν την ανάλωση του δικαιώματος που παρέχει ένα σήμα για προϊόντα που διατέθηκαν υπό το σήμα αυτό στο εμπόριο εκτός του ΕΟΧ από τον δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του (Βλ. απάντηση επί του προδικαστικού ερωτήματος στις αποφάσεις του ΔΕΚ της 16.7.1998, υπόθεση C-155/96, Silhouette International Schmied GmbH & Co. KG v Hartlauer Hand-sgesellschaft GmbH και της 1.7.1999, υπόθεση C-173/98, Sebago Inc. and Anpienne Maison Dubois et Fils SA v G.B. Unic SA).

Γ. Περαιτέρω, εξετάζοντας την έννοια της συγκατάθεσης, σημαντική είναι η πρόσφατη νομολογία του ΔΕΚ ως προς την πιθανότητα σιωπηρής συγκατάθεσης του δικαιούχου για κυκλοφορία των προϊόντων εντός του ΕΟΧ. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι λόγω της σημασίας του αποτελέσματος της συγκατάθεσης, που έγκειται στην απώλεια του αποκλειστικού δικαιώματος του δικαιούχου του σήματος, δικαιώματος που του επιτρέπει να ελέγχει την πρώτη εμπορία εκτός του ΕΟΧ, αυτή πρέπει να δηλώνεται με τρόπο που να εκφράζει με βεβαιότητα τη βούληση παραιτήσεως από το εν λόγω δικαίωμα. Η εν λόγω βούληση προκύπτει συνήθως από ρητή διατύπωση της συγκατάθεσης. Παρόλα αυτά, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, η συγκατάθεση μπορεί να προκύπτει και σιωπηρώς από στοιχεία ή περιστάσεις προγενέστερες, σύγχρονες ή μεταγενέστερες της εκτός του ΕΟΧ εμπορίας, οι οποίες εκφράζουν, κατά τρόπο βέβαιο, παραίτηση του δικαιούχου από το δικαίωμά του. Συνάγεται, λοιπόν, ότι το άρθρο 7 § 1 της Οδηγίας και το άρθρο 13 § 1 του Κανονισμού έχουν την έννοια ότι η συγκατάθεση του δικαιούχου σήματος για εμπορία εντός του ΕΟΧ προϊόντων που φέρουν το εν λόγω σήμα, τα οποία έχουν προηγουμένως διατεθεί στο εμπόριο εκτός του ΕΟΧ από τον δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του, μπορεί να είναι και σιωπηρή, όταν προκύπτει από στοιχεία και περιστάσεις προγενέστερες, σύγχρονες ή μεταγενέστερες της εκτός του Ε0Χ εμπορίας, οι οποίες εκφράζουν, κατά τρόπο βέβαιο, παραίτηση του δικαιούχου από το δικαίωμά του να αντιταχθεί στην εντός του ΕΟΧ εμπορία (Βλ. § 45-47 της απόφασης του ΔΕΚ της 20.11.2001, συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-114/99 έως C-416/99, Zino Davidoff SA v A & G Imports Ltd (C-414/99), Levi Strauss & Co., Levi Strauss (UK) Ltd v Tesco Stores Ltd, Tesco plc (C-415/99), Levi Strauss & Co., Levi Strauss (UK) Ltd v Costco Wholesale UK Ltd (C-416/99)).

Δ. Ενδιαφέρον σε σχέση με το ζήτημα της ανάλωσης παρουσιάζει και η εξαίρεση από την εφαρμογή της αρχής στην περίπτωση που ο δικαιούχος έχει νόμιμο λόγο να αντιταχθεί στη χρήση του σήματος από τον τρίτο μεταπωλητή, ιδιαίτερα στην περίπτωση της ανασυσκευασίας των σηματοδοτημένων προϊόντων. Κωδικοποιώντας τις θέσεις του ΔΕΚ στο εν λόγω ζήτημα, προκύπτει ότι το δικαίωμα επί του σήματος αναλώνεται και ο σηματούχος δεν μπορεί να το αντιτάξει επικαλούμενος νόμιμο λόγο, όταν 1) η πρακτική του σηματούχου να χρησιμοποιεί διαφορετική συσκευασία στα κράτη μέλη συντελεί στην τεχνητή στεγανοποίηση των αγορών μεταξύ των κρατών μελών, γεγονός που ιδίως συμβαίνει όταν η ανασυσκευασία είναι πράγματι αναγκαία για τη δυνατότητα πρόσβασης του προϊόντος στην αγορά του κράτους μέλους εισαγωγής και 2) σε περίπτωση ανασυσκευασίας, εξασφαλίζεται η προστασία ορισμένων εννόμων συμφερόντων του δικαιούχου και συγκεκριμένα ότι 2α) η ανασυσκευασία δεν επηρεάζει την αρχική κατάσταση του προϊόντος, 2β) ο δικαιούχος του σήματος ειδοποιείται πριν από τη διάθεση προς πώληση του ανασυσκευασθέντος προϊόντος, 2γ) αναγράφεται στη νέα συσκευασία από ποιον έχει ανασυσκευασθεί το προϊόν και 2δ) η παρουσίαση του ανασυσκευασθέντος προϊόντος δεν είναι ικανή να βλάψει τη φήμη του σήματος (Βλ. ενδεικτικά απόφαση του ΔΕΚ της 23.4.2002, υπόθεση C-143/00, Boehringer Ingelheim KG, Boehringer Ingelheim Pharma KG v Swingward Ltd κλπ.).

ΙΙΙ. Η πρωτοτυπία της σχολιαζόμενης απόφασης. – Α. Η έννοια της «διάθεσης στο εμπόριο». Η σχολιαζόμενη απόφαση, προχωρώντας τη νομολογία του ΔΕΚ ένα βήμα παραπέρα, εξειδίκευσε την έννοια της «διάθεσης στο εμπόριο», η οποία συνιστά το καθοριστικό στοιχείο της απόσβεσης του αποκλειστικού δικαιώματος του δικαιούχου του σήματος. Το ΔΕΚ, στην προσπάθεια ερμηνείας της εν λόγω θεμελιώδους έννοιας, αναζήτησε τους σκοπούς της σχετικής διάταξης, μεταξύ των οποίων βρίσκεται η εξασφάλιση στον δικαιούχο του αποκλειστικού δικαιώματος χρήσης του σήματος για την πρώτη θέση σε κυκλοφορία των προϊόντων που φέρουν το σήμα αυτό και μάλιστα εντός του ΕΟΧ.

Η πώληση, εντός του ΕΟΧ, των προϊόντων που φέρουν το σήμα αποτελεί αναμφισβήτητα διάθεση στο εμπόριο, σύμφωνα με την έννοια των σχετικών διατάξεων και οδηγεί στην ανάλωση του δικαιώματος επί του σήματος. Αυτό συμβαίνει διότι η πώληση παρέχει στον δικαιούχο τη δυνατότητα να επωφεληθεί της οικονομικής αξίας του σήματος. Αντίθετα, οι πράξεις της εισαγωγής προς πώληση και της προσφοράς προς πώληση, χωρίς όμως η πώληση να επακολουθήσει, δεν παρέχουν στον δικαιούχο τη δυνατότητα να επωφεληθεί της οικονομικής αξίας του σήματος. Έτσι, ακόμα και μετά τη διενέργεια τέτοιων πράξεων το δικαίωμα επί του σήματος δεν αναλώνεται, καθώς ο δικαιούχος εξακολουθεί να έχει συμφέρον να διατηρήσει τον πλήρη έλεγχο των σηματοδοτημένων προϊόντων, προκειμένου να εξασφαλίσει την ποιότητά τους, γεγονός που αποτελεί και τη βασική λειτουργία του σήματος.

Η σκέψη αυτή του ΔΕΚ βρίσκεται σε απόλυτη ταύτιση με τη γραμματική διατύπωση των σχετικών νομοθετικών κειμένων, τα οποία, προσδιορίζοντας το περιεχόμενο του αποκλειστικού δικαιώματος του σήματος, διακρίνουν μεταξύ της προσφοράς των προϊόντων, της διάθεσής τους στο εμπόριο, της κατοχής τους προς τον σκοπό αυτόν και της εισαγωγής τους (βλ. άρθρο 5 § 3 της Οδηγίας 89/104 και άρθρο 9 § 2 του Κανονισμού 40/94). Συνεπώς, η εισαγωγή ή η προσφορά των προϊόντων αποτελούν διαφορετικές περιπτώσεις από τη διάθεσή τους στο εμπόριο και δεν μπορούν να εξομοιωθούν με αυτή.

Συμπερασματικά, το ΔΕΚ έκρινε ότι δεν αποτελεί διάθεση στο εμπόριο εισαγωγή των προϊόντων που φέρουν το σήμα στον ΕΟΧ με σκοπό την εκεί πώλησή τους, ή η προσφορά των σηματοδοτημένων προϊόντων προς πώληση εντός του ΕΟΧ, στα καταστήματα του σηματούχου ή στα καταστήματα εταιρίας ανήκουσας στον ίδιο όμιλο, χωρίς να πραγματοποιηθεί η πώλησή τους.

Β. Η ρήτρα εδαφικών περιορισμών του δικαιώματος μεταπωλήσεως. Η σχολιαζόμενη απόφαση του ΔΕΚ διευκρίνισε και το ζήτημα της επιρροής ρητρών, που θέτουν εδαφικούς περιορισμούς στη μεταπώληση των σηματοδοτημένων προϊόντων, στην ανάλωση του δικαιώματος επί του σήματος. Συγκεκριμένα, κρίθηκε ότι οι διατάξεις των κοινοτικών νομοθετικών κειμένων εξαρτούν την ανάλωση από την διάθεση του σηματοδοτημένου προϊόντος εντός του ΕΟΧ από τον ίδιο τον σηματούχο ή με τη συγκατάθεσή του. Δηλαδή, η ανάλωση επέρχεται από το γεγονός και μόνο της διάθεσης των εν λόγω προϊόντων στο εμπόριο εντός του ΕΟΧ από τον δικαιούχο. Έτσι, κάθε πρόβλεψη στη σύμβαση πώλησης, που αποτελεί την πρώτη διάθεση στο εμπόριο εντός του ΕΟΧ, περί εδαφικών περιορισμών του δικαιώματος μεταπώλησης των προϊόντων, αφορά μόνον τις συμβατικές σχέσεις των μερών και δεν ασκεί καμία επιρροή στην ανάλωση του δικαιώματος επί του σήματος, η οποία επέρχεται κανονικά.

Συμπερασματικά, μία ρήτρα περιλαμβανόμενη σε σύμβαση πώλησης μεταξύ του δικαιούχου του σήματος και επιχειρηματία εγκατεστημένου εντός του ΕΟΧ, που προβλέπει απαγόρευση μεταπώλησης εντός του ΕΟΧ, δεν εμποδίζει την ανάλωση του δικαιώματος του σηματούχου, καθώς σε περίπτωση που πραγματοποιηθεί η μεταπώληση κατά παράβαση της εν λόγω ρήτρας, δεν αποκλείεται η ύπαρξη διαθέσεως των προϊόντων στο εμπόριο.



English

Αρχική

Βιογραφικό

Υπηρεσίες

Δημοσιεύσεις

Νέα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 47

54625

2310 551 140

All Rights Reserved © 2025

  • Όροι & Προϋποθέσεις Χρήσης
  • Πολιτική Προσωπικών Δεδομένων – Cookies