loader image
Close
  • Αρχική
  • Βιογραφικό
  • Υπηρεσίες
    • Δίκαιο Σημάτων
    • Ακίνητα – Εμπράγματο Δίκαιο
    • Υποστήριξη Επιχειρήσεων
    • Υποστήριξη Ιδιωτών
  • Δημοσιεύσεις
  • Νέα
  • Επικοινωνία
  • Αρχική
  • Βιογραφικό
  • Υπηρεσίες
    • Δίκαιο Σημάτων
    • Ακίνητα – Εμπράγματο Δίκαιο
    • Υποστήριξη Επιχειρήσεων
    • Υποστήριξη Ιδιωτών
  • Δημοσιεύσεις
  • Νέα
  • Επικοινωνία
(+30) 2310 551 140
  • Αρχική
  • Βιογραφικό
  • Υπηρεσίες
    • Δίκαιο Σημάτων
    • Ακίνητα – Εμπράγματο Δίκαιο
    • Υποστήριξη Επιχειρήσεων
    • Υποστήριξη Ιδιωτών
  • Δημοσιεύσεις
  • Νέα
  • Επικοινωνία
(+30) 2310 551 140

Ζητήματα από τη σύσταση δικαστηρίων κοινοτικών σημάτων στα Πολιτικά Πρωτοδικεία και Εφετεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης

1 Φεβρουαρίου, 2003
Δημοσιεύσεις

Άρθρο του Στάθη Κουτσοχήνα δημοσιευμένο στο περιοδικό Αρμενόπουλος, 2 (2003), σελ. 296 επ.

Στάθη Β. Κουτσοχήνα, LL.M., Δικηγόρου

Με τα άρθρα 6 έως και 11 του ν. 2943/2001, συστάθηκαν ειδικά τμήματα στα πολιτικά Πρωτοδικεία και Εφετεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης, ως πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δικαστήρια κοινοτικών σημάτων. Η παρούσα μελέτη αποτελεί μία σύντομη παρουσίαση του θεσμού του κοινοτικού σήματος και της αρμοδιότητας των νεοσυσταθέντων αυτών τμημάτων των δικαστηρίων.

Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ: ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΗΜΑ ΚΑΙ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΣΗΜΑΤΩΝ

Ένα από τα βασικά εργαλεία του κοινοτικού νομοθέτη, για τη δημιουργία μιας κοινής αγοράς και την προοδευτική προσέγγιση της οικονομικής πολιτικής των κρατών μελών, αποτελεί αναμφισβήτητα το δίκαιο της βιομηχανικής ιδιοκτησίας. Ειδικότερα, σε αντικείμενο πρωταρχικής σπουδαιότητας για την κοινή αγορά αναγορεύεται το δίκαιο των σημάτων1.

Στα πλαίσια αυτά, επιχειρήθηκε από τον κοινοτικό νομοθέτη αρχικά η εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών στο δίκαιο των σημάτων, με την Οδηγία 89/104 του Συμβουλίου2, και στη συνέχεια καθιερώθηκε ο θεσμός του κοινοτικού σήματος, με τον Κανονισμό 40/94 του Συμβουλίου. Με τον εν λόγω Κανονισμό εισήχθη ένα νέο, κοινοτικής διάστασης, σύστημα κατοχύρωσης εμπορικών σημάτων, το οποίο δίνει τη δυνατότητα κατοχύρωσης ενός μόνο εμπορικού σήματος με ισχύ σε ολόκληρη την επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης3.

Σήμερα, έπειτα από έξι (6) περίπου έτη λειτουργίας, ο θεσμός του κοινοτικού σήματος έχει εδραιωθεί. Αυτό αποδεικνύεται από τον μεγάλο αριθμό των κατατεθειμένων αιτήσεων κοινοτικών σημάτων4. Όμως, η ανάπτυξη του θεσμού στο χρόνο βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με το σύστημα δικαστικής προστασίας του κοινοτικού σήματος.

Ειδικότερα, είναι αναπόφευκτο οι πολυάριθμες αιτήσεις να οδηγήσουν σε αυξημένες αντιδικίες σχετικά με τα δικαιώματα επί των κοινοτικών σημάτων. Έτσι, όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των αιτήσεων, τόσο υψηλότερο θα είναι και το ποσοστό των διαφορών που τα αρμόδια δικαστήρια θα καλούνται να επιλύσουν. Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι δυσχέρειες της δικαστικής προστασίας κάποιου δικαιώματος ενδέχεται στην πράξη να οδηγήσουν ακόμα και στην αναίρεσή του, ιδίως όταν πρόκειται για προστασία δικαιώματος επί εμπορικού σήματος, όπου οποιαδήποτε καθυστέρηση κατά τη διαδικασία προστασίας μπορεί να οδηγήσει στην ουσιαστική κατάργηση του ίδιου το δικαιώματος5, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ένα αναποτελεσματικό σύστημα δικαστικής προστασίας θα μπορούσε να βάλει σε κίνδυνο τη μέχρι τώρα επιτυχημένη πορεία του θεσμού του κοινοτικού σήματος.

Έχοντας επίγνωση των παραπάνω, ο κοινοτικός νομοθέτης δεν υιοθετεί τη λύση της δημιουργίας ενός ειδικού κοινοτικού δικαστηρίου αρμόδιου για τις διαφορές που ανακύπτουν από τα δικαιώματα επί κοινοτικών σημάτων, αλλά αφήνει την προστασία των δικαιωμάτων αυτών στα εθνικά δικαστήρια6 . Προς το σκοπό αυτόν, κάθε κράτος μέλος οφείλει να ορίσει στο έδαφος του το μικρότερο δυνατό αριθμό πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων εθνικών δικαστηρίων, που είναι αρμόδια για τις διαφορές επί κοινοτικών σημάτων7. Αυτά τα δικαστήρια κοινοτικών σημάτων, τα οποία παρά την ονομασία τους αποτελούν εθνικά δικαστήρια, καλούνται να εφαρμόσουν καταρχήν τις διατάξεις του Κανονισμού 40/94 και εν συνεχεία το εθνικό τους δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου και του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, για τα θέματα που δε ρυθμίζονται από τον Κανονισμό8.

Πρόσφατα, με τα άρθρα 6 έως και 11 του ν . 2943/20019, συστάθηκαν ειδικά τμήματα στα πολιτικά Πρωτοδικεία και Εφετεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης, ως πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δικαστήρια κοινοτικών σημάτων, σύμφωνα με την επιταγή του άρθρου 91 του Κανονισμού 40/94. Έτσι, η χώρα μας αποτελεί πλέον ένα από τα κράτη μέλη που έχουν ανταποκριθεί, έστω με σχετική καθυστέρηση, στην υποχρέωση που απορρέει από το παραπάνω άρθρο10.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, η αρμοδιότητα των νεοσύστατων αυτών τμημάτων των δικαστηρίων διαμορφώνεται ως εξής:

ΙΙ. ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΑΘ’ΥΛΗΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΤΟΠΟΝ

ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ Ν. 2943/2001

Το άρθρο 7 § 1 του ν. 2943/2001 ορίζει ότι για την εκδίκαση των υποθέσεων κοινοτικών σημάτων11 εκτείνεται η κατά τόπον αρμοδιότητα του ειδικού τμήματος κοινοτικών σημάτων του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών στις περιφέρειες των Εφετείων Αθηνών, Αιγαίου, Δωδεκανήσου, Κέρκυρας, Κρήτης, Λαμίας, Ναυπλίου, Πατρών και Πειραιώς και του ειδικού τμήματος κοινοτικών σημάτων του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Θεσσαλονίκης, στις περιφέρειες των Εφετείων Θεσσαλονίκης, Δυτικής Μακεδονίας, Θράκης, Ιωαννίνων και Λάρισας .

Ως προς την καθ’ ύλην αρμοδιότητα, από το συνδυασμό των άρθρων 7 § 2 του ν.2943/200112 και 26 § 2 ν. 2239/199413, προκύπτει ότι αρμόδιο για την εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων σε πρώτο βαθμό είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο και η διαδικασία που εφαρμόζεται είναι η τακτική. Σε δεύτερο βαθμό αρμόδιο είναι βέβαια το αντίστοιχο Εφετείο14.

Εξάλλου, τα τμήματα κοινοτικών σημάτων των Πρωτοδικείων και Εφετείων Αθηνών και Θεσσαλονίκης, εφόσον είναι κατά τόπον αρμόδια σύμφωνα με τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου, εκδικάζουν και τις υποθέσεις των εθνικών σημάτων15. Επίσης, στα τμήματα κοινοτικών σημάτων μπορούν να εισαχθούν για εκδίκαση και άλλες υποθέσεις του εμπορικού δικαίου16.

ΙΙI. ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ 40/94

i. Καθ’ ύλην αρμοδιότητα

Ο Κανονισμός προχωρεί σε ένα βασικό διαχωρισμό μεταξύ των διαφορών που έχουν σχέση με την παραποίηση – απομίμηση ή την εγκυρότητα των κοινοτικών σημάτων και όλων των άλλων διαφορών που σχετίζονται με αυτά ( και αναφέρονται π.χ. στην κυριότητα ή στην άδεια χρήσης του κοινοτικού σήματος )17. Οι διαφορές που ανήκουν στην πρώτη κατηγορία εισάγονται ενώπιον των δικαστηρίων κοινοτικών σημάτων, ενώ όσες ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία, δηλαδή όλες οι λοιπές διαφορές σχετικές με κοινοτικά σήματα, εισάγονται «ενώπιον των δικαστηρίων που θα ήταν κατά τόπο και καθ’ ύλην αρμόδια αν επρόκειτο για αγωγές σχετικές με εθνικά σήματα καταχωρημένα στο κράτος αυτό »18 Έτσι, στην έννοια του όρου υποθέσεις κοινοτικών σημάτων του ν . 2943/2001 εμπίπτουν μόνο οι διαφορές που έχουν σχέση με την παραποίηση – απομίμηση ή την εγκυρότητα των κοινοτικών σημάτων. Όλες οι λοιπές διαφορές σχετικές με κοινοτικά σήματα, σύμφωνα και με το άρθρο 10 § 1 ν. 2943/200119, δεν καλύπτονται από τον ν. 2943/2001 και κατά συνέπεια στις υποθέσεις αυτές δεν θα είναι αρμόδια τα δικαστήρια κοινοτικών σημάτων και δεν θα επεκτείνεται η κατά τόπον αρμοδιότητα των Πρωτοδικείων και Εφετείων Αθηνών και Θεσσαλονίκης στις περιφέρειες των υπολοίπων Εφετείων της χώρας. Ειδικότερα, τα νεοσύστατα τμήματα (δικαστήρια κοινοτικών σημάτων) έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα για την εκδίκαση 20 : α ‘) των αγωγών για παραποίηση – απομίμηση και (εάν επιτρέπεται από το εθνικό δίκαιο) για επαπειλούμενη παραποίηση – απομίμηση κοινοτικού σήματος, β ́) των αναγνωριστικών αγωγών για μη παραποίηση – απομίμηση, εάν επιτρέπεται από το εθνικό δίκαιο, γ ) των αγωγών για επιδίκαση αποζημίωσης λόγω προσβολής του κοινοτικού σήματος κατά το διάστημα που μεσολαβεί από τη δημοσίευση της αίτησης μέχρι τη δημοσίευση της καταχώρησης του κοινοτικού σήματος (άρθρο 9 § 3) και δ ́) των ανταγωγών για έκπτωση ή ακυρότητα του κοινοτικού σήματος21 .

ii. Κατά τόπον αρμοδιότητα

Ο Κανονισμός εισάγει δύο βασικά κριτήρια αρμοδιότητας που στηρίζονται στον τόπο κατοικίας (ή εγκατάστασης) και στον τόπο διάπραξης της προσβολής22. Ειδικότερα, ο πρώτος κανόνας καθορισμού διεθνούς δικαιοδοσίας που περιέχεται στον Κανονισμό, ορίζει ότι οι διαδικασίες που προκύπτουν από αγωγές και ανταγωγές για θέματα παραποίησης – απομίμησης ή εγκυρότητας κοινοτικών σημάτων διεξάγονται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο οποίο ο εναγόμενος έχει την κατοικία του, ή αν δεν έχει κατοικία σε ένα από τα κράτη μέλη, ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους στο οποίο έχει εγκατάσταση23. Εάν ο εναγόμενος δεν έχει ούτε κατοικία ούτε εγκατάσταση σε κάποιο κράτος μέλος, οι πιο πάνω διαδικασίες διεξάγονται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο οποίο ο ενάγων έχει την κατοικία του ή (αν δεν έχει κατοικία σε κράτος μέλος) εγκατάστασή του24 . Εάν, περαιτέρω, ούτε ο εναγόμενος ούτε ο ενάγων έχουν κατοικία ή εγκατάσταση στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι εν λόγω διαδικασίες διεξάγονται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους στο οποίο εδρεύει το Γραφείο (Ισπανία)25. Ο έτερος κανόνας καθορισμού της διεθνούς δικαιοδοσίας, που περιέχει ο Κανονισμός, καθιστά αρμόδια και τα δικαστήρια κοινοτικών σημάτων των κρατών μελών στα οποία διαπράχθηκε ή επαπειλείται να διαπραχθεί η ενέργεια της προσβολής26. Όσον αφορά στην έκταση της αρμοδιότητας των δικαστηρίων κοινοτικών σημάτων, ο Κανονισμός υιοθετεί μία διάκριση με βάση τα δύο κριτήρια αρμοδιότητας. Συγκεκριμένα , εάν η αρμοδιότητα ενός δικαστηρίου κοινοτικών σημάτων βασίζεται στην κατοικία (άρθρο 93 §§ 1 έως 4 ), τότε αυτό είναι αρμόδιο να επιλαμβάνεται κάθε πράξης προσβολής που διαπράχθηκε ή επαπειλείται να διαπραχθεί στο έδαφος οποιουδήποτε κράτους μέλους27, 28. Αντίθετα, εάν η αρμοδιότητα του δικαστηρίου βασίζεται στην πράξη προσβολής (άρθρο 93 § 5), τότε αυτό μπορεί να αποφαίνεται μόνο για τις πράξεις που διαπράχθηκαν ή επαπειλούνται να διαπραχθούν στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο εδρεύει το δικαστήριο (άρθρο 94 § 2). Έτσι, εάν περισσότερες πράξεις προσβολής του κοινοτικού σήματος λαμβάνουν χώρα σε διάφορα κράτη μέλη, ο δικαιούχος θα επιδιώξει την έκδοση απόφασης από δικαστήριο κοινοτικών σημάτων που είναι αρμόδιο επί τη βάσει της κατοικίας και που συνεπώς μπορεί να αποφαίνεται για όλες τις πράξεις προσβολής που λαμβάνουν χώρα στην κοινοτική επικράτεια29. Τέλος, παρά τους προαναφερθέντες κανόνες δικαιοδοσίας, τα μέρη δύνανται να συμφωνήσουν ότι κάποιο άλλο δικαστήριο κοινοτικών σημάτων είναι αρμόδιο30. Επιπλέον , εάν ο εναγόμενος παρασταθεί ενώπιον δικαστηρίου κοινοτικών σημάτων που κανονικά δεν θα είχε αρμοδιότητα, το δικαστήριο αυτό καθίσταται αρμόδιο, με την προϋπόθεση ότι ο εναγόμενος δεν παρίσταται μόνο για να προβάλει ένσταση αναρμοδιότητας31.

IV. ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ( FORUM SHOPPING )

Ένα περαιτέρω ζήτημα, με ιδιαίτερη πρακτική σημασία, είναι η δυνατότητα επιλογής δικαστηρίου (forum shopping) στα πλαίσια του Κανονισμού 40/94: εφαρμόζοντας τους προεκτεθέντες κανόνες για τον προσδιορισμό της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων κοινοτικών σημάτων, προκύπτει ότι ο δικαιούχος ενός κοινοτικού σήματος θα έχει την ευχέρεια, σε αρκετές περιπτώσεις, να επιλέξει το δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα ασκήσει αγωγή περί προσβολής του δικαιώματος του. Μόνο στις ακόλουθες τρεις περιπτώσεις ο σηματούχος δεν θα έχει τη δυνατότητα επιλογής32: α ́) όταν ο εναγόμενος έχει την κατοικία του ή τη μοναδική του εγκατάσταση σε ένα κράτος μέλος της Ε.Ε. και η ενέργεια της προσβολής λαμβάνει χώρα μόνο σε αυτό το κράτος, β ́) όταν ο εναγόμενος δεν έχει ούτε κατοικία ούτε εγκατάσταση στο έδαφος της Ε.Ε. και η ενέργεια της προσβολής λαμβάνει χώρα μόνο στο κράτος μέλος στο οποίο ο ενάγων έχει την κατοικία του ή τη μοναδική του εγκατάσταση και γ ́) όταν ούτε ο εναγόμενος ούτε ο ενάγων έχουν κατοικία ή εγκατάσταση στην κοινοτική επικράτεια και η προσβολή λαμβάνει χώρα μόνο στην Ισπανία (δηλαδή το κράτος μέλος στο οποίο εδρεύει το ΓΕΕΑ ). Σε όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις ο σηματούχος θα έχει τη δυνατότητα να ασκήσει αγωγή λόγω παραποίησης – απομίμησης σε δύο (2) τουλάχιστον κράτη μέλη, καθώς η προσβολή θα συμβαίνει σε ένα τουλάχιστον κράτος διαφορετικό από αυτό που έχει δικαιοδοσία επί τη βάσει της κατοικίας του εναγομένου ή του ενάγοντος33. Εξάλλου, ο δικαιούχος θα μπορεί να επιλέξει μεταξύ των δικαστηρίων κοινοτικών σημάτων περισσοτέρων από δύο (2) κρατών μελών στις εξής περιπτώσεις34: α΄) όταν ο εναγόμενος, χωρίς να έχει κατοικία σε κάποιο κράτος μέλος, έχει εγκαταστάσεις σε περισσότερα κράτη μέλη, β ́) όταν ο εναγόμενος δεν έχει ούτε κατοικία ούτε εγκατάσταση στην κοινοτική επικράτεια και ο ενάγων, χωρίς να έχει κατοικία σε κράτος μέλος, έχει εγκαταστάσεις σε περισσότερα κράτη μέλη και γ΄) όταν η προσβολή λαμβάνει χώρα σε περισσότερα κράτη μέλη. Συνεπώς, ο Κανονισμός εξοπλίζει τον δικαιούχο του κοινοτικού σήματος με την προοπτική επιλογής δικαστηρίου (forum shopping). Προκειμένου ο σηματούχος να εκμεταλλευτεί τη δυνατότητα αυτήν, πρέπει να λάβει υπόψη του διάφορους παράγοντες, όπως π.χ. το κόστος της διαδικασίας στο κάθε κράτος μέλος, την ταχύτητα έκδοσης των αποφάσεων, τη δυνατότητα και τους λόγους προσβολής της πρωτοβάθμιας απόφασης, την αποδεικτική διαδικασία, τις επιβαλλόμενες κυρώσεις και την αποτελεσματικότητα κατά την εκτέλεση των αποφάσεων 35. Επιπλέον, ο ενδιαφερόμενος οφείλει να συνυπολογίσει και παράγοντες που απορρέουν από την ιδιαίτερη φύση του θεσμού των κοινοτικών σημάτων, όπως είναι οι γλωσσικές διαφορές, η γενική αρμοδιότητα (extra-territorial jurisdiction) του δικαστηρίου κ.λπ.36.

V. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η σύσταση ειδικών τμημάτων στα δικαστήρια Αθηνών και Θεσσαλονίκης, ως δικαστήρια κοινοτικών σημάτων, αποτελεί μία ιδιόμορφη περίπτωση εναρμόνισης στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που δεν αφορά μόνο σε επίπεδο νομοθετικών διατάξεων ουσίας, αλλά και σε επίπεδο συστήματος διάρθρωσης των δικαστηρίων. Αναμφίβολα, βασικό πλεονέκτημα των νεοσύστατων αυτών τμημάτων αποτελεί η εξειδίκευση, στοιχείο απαραίτητο για την κατά το δυνατόν ορθότερη λειτουργία της δικαιοσύνης και αποτελεσματικότερη προστασία των δικαιωμάτων επί των κοινοτικών σημάτων . Εξάλλου, η ανάθεση αρμοδιοτήτων όχι μόνο στα δικαστήρια της Αθήνας, αλλά και σε αυτά της Θεσσαλονίκης, κρίνεται ιδιαίτερα θετική και ικανοποιεί, σε ένα βαθμό, το πάγιο αίτημα για αποκέντρωση και αποφυγή μονοπωλιακών καταστάσεων. Τέλος, η καθιέρωση των δικαστηρίων κοινοτικών σημάτων και οι διατάξεις καθορισμού της αρμοδιότητάς τους προσλαμβάνουν ιδιαίτερη σημασία, ειδικά για τη χώρα μας, για έναν επιπλέον λόγο: Η Ελλάδα, σε σχέση με τα υπόλοιπα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποτελεί μία χώρα με περιορισμένη συμμετοχή στη λειτουργία του θεσμού του κοινοτικού σήματος37. Όμως, όπως προκύπτει από όσα εκτέθηκαν παραπάνω, το πλέγμα των σχετικών νομοθετικών ρυθμίσεων παρέχει τη δυνατότητα στο δικαιούχο του κοινοτικού σήματος να προσφύγει στα ελληνικά δικαστήρια κοινοτικών σημάτων ακόμα και για υποθέσεις προσβολών που δεν αφορούν μόνο στα λίγα κοινοτικά σήματα που έχουν ελληνική προέλευση, αλλά σε όλα τα χιλιάδες κοινοτικά σήματα που έχουν κατατεθεί συνολικά στο Γραφείο του Αλικάντε, εφόσον συντρέχει μία έστω από τις παρακάτω προϋποθέσεις: α’) η πράξη προσβολής λαμβάνει χώρα στην ελληνική επικράτεια, β ́) ο ενεργών την προσβολή έχει την κατοικία του ή (αν δεν έχει κατοικία στην Ε.Ε. ) μία έστω εγκατάστασή του στην ελληνική επικράτεια και γ ́) ο ενεργών την προσβολή δεν έχει ούτε κατοικία ούτε εγκατάσταση στην Ε.Ε. και ο δικαιούχος του κοινοτικού σήματος, χωρίς να έχει την κατοικία του σε κάποιο κράτος μέλος της Ε.Ε. έχει, μία έστω εγκατάσταση στην ελληνική επικράτεια. Καθίσταται, λοιπόν, σαφές ότι η σύσταση των ελληνικών δικαστηρίων κοινοτικών σημάτων δημιουργεί προοπτικές ανάπτυξης του σχετικού κλάδου στη χώρα μας, παρά τη μικρή σχετικά συμμετοχή των ελληνικών επιχειρήσεων έως σήμερα στο θεσμό του κοινοτικού σήματος.

1 Βλ. πρώτη αιτιολογική πρόταση του Κανονισμού (ΕΚ ) αριθ. 40/94 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (OJ 1994 L11/1, 14 Ιανουάριου 1994) και άρθρο 2 Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

2 Οδηγία 89/104 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, ΟJ 1989 L40/1. Η Οδηγία, σε γενικές γραμμές, περιλαμβάνει βασικές ρυθμίσεις ενός συστήματος για την καταχώρηση και προστασία σημάτων. Βασικό χαρακτηριστικό της είναι ο αυξημένος αριθμός των ενδείξεων που μπορούν να αποτελέσουν περιεχόμενο του σήματος και η τάση για επαύξηση των προστατευόμενων λειτουργιών του σήματος, δηλαδή η διεύρυνση του περιεχομένου του αποκλειστικού δικαιώματος του σηματούχου.
Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 2 της Οδηγίας, ως σήμα προστατεύεται κάθε σημείο που είναι επιδεκτικό γραφικής παράστασης και διακρίνει προϊόντα ή υπηρεσίες, ενώ η διαφημιστική λειτουργία του σήματος τείνει να αναγορευθεί σε αυτοτελώς προστατευόμενη λειτουργία αυτού (βλ. άρθρα 4 §§ 3, 4 και 5 § 2): Β. Αντωνόπουλος, Δίκαιο Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας, 1993, σελ . 230-231. Η εφαρμογή της Οδηγίας 89/104 στο ελληνικό δίκαιο έγινε αρχικά με το π.δ. 317/1992 και, εν συνεχεία, με το ν. 2239/1994. Για την Οδηγία 89/104 βλ. ενδεικτικά Α. Σινανιώτη. Η εναρμόνιση των νομοθεσιών περί σημάτων στα κράτη μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ΝοΒ 41.596 και C. Gielen, Harmonisation of Trade Mark Law in Europe: The First Trade Mark Harmonisation Directive of the European Council, 1992 8 EIPR, σελ. 262 επ.

3 Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 40/94 του Συμβουλίου της 20ής Δεκεμβρίου 1993 για το κοινοτικό σήμα (OJ 1994 L 11/1, 14 Ιανουάριου 1994). Οι αιτήσεις των κοινοτικών σημάτων κατατίθενται στο Γραφείο Εναρμόνισης στην Εσωτερική Αγορά (ΓΕΕΑ, Office for Harmonization in the Internal Market), που εδρεύει στο Αλικάντε της Ισπανίας. Για τις βασικές ρυθμίσεις και τις αρχές που διέπουν τον Κανονισμό βλ. Μ.-Θ. Μαρίνο, Το Κοινοτικό Σήμα – Βασικές Ρυθμίσεις του Κανονισμού 40/94, 1994. Για το σύστημα δικαστικής προστασίας του δικαιώματος στο κοινοτικό σήμα βλ. άρθρο του συγγραφέα . Το σύστημα δικαστικής προστασίας του δικαιώματος στο κοινοτικό σήμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού 40/94, ΕΕΕΔ 2:2000, σελ. 397-417.

4 Συγκεκριμένα, από την 1ηΑπριλίου 19%, που τέθηκε σε λειτουργία ο θεσμός του κοινοτικού σήματος, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2001 κατατέθηκαν συνολικά 249.171 αιτήσεις κοινοτικών σημάτων (βλ. σελίδα του ΓΕΕΑ στο διαδίκτυο στη διεύθυνση http://oami.eu.int/pdf/diff/stat2001.pdf )

5 Το ουσιαστικότερο μέτρο προστασίας των δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας αποτελεί η προστασία κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Βλ. Β. Αντωνόπουλο, όπ. παρ ., σελ. 406 επ, Ν. Ρόκα, Δίκαιο Σημάτων, 1978, σελ. 207, Λ. Γεωργακόπουλο, Τα ασφαλιστικά μέτρα εις το δίκαιον της βιομηχανικής ιδιοκτησίας, ΝοΒ 1975.377 – 380.

6 R. Annand & H. Norman, Blackstone’s Guide to the Community Trade Mark, Blackstone Press Ltd., 1998, σελ. 202.

7 Άρθρο 91 του Κανονισμού. Η επιλογή του κοινοτικού νομοθέτη για την ίδρυση του μικρότερου δυνατούαριθμού δικαστηρίων κοινοτικών σημάτων έχει ως σκοπό την αποφυγή, όσο είναι δυνατόν, της έκδοσηςαντιφατικών αποφάσεων και την εξειδίκευση των δικαστηρίων αυτών στα θέματα κοινοτικών σημάτων:PA.C.Ε. van der Kooij, The Community Trade Mark Regulation – An Article by Article Guide, Sweet & Maxwell, 2000, σελ. 157.

8 Άρθρα 97 του Κανονισμού. ζητήματα που δε ρυθμίζονται από τον Κανονισμό, και συνεπώς επαφίενται στο εθνικό δίκαια, είναι οι δικοναµικοί κανόνες (άρθρα 97 § 3], οι κυρώσεις για προσβολή σήματος (άρθρο 98), η διαδικασία λήψης ασφαλιστικών µέτρων (άρθρο 99) και οι προϋποθέσεις άσκησης ένδικων μέσων [άρθρο 101).

9 ΦΕΚ Α΄ 2031/1293 2001.

10 Μάλιστα, η ανακοίνωση των δικαστηρίων αυτών έπρεπε να γίνει από τα κράτη µέλη προς την Επιτροπή µμέσα σε προθεσμία τριών ετών από την έναρξη ισχύος του Κανονισμού. Μέχρι να γίνει η εν λόγω ανακοίνωση, αρμόδια καθίστανται τα δικαστήρια που θα ήταν κατά τόπο και κάθ᾿ ύλην αρμόδια, εάν επρόκειτο για Δίκη σχετική µε εθνικό σήμα. Για τα Δικαστήρια κοινοτικών σημάτων των διαφόρων κρατών μελών βλ. ειδική έκδοση του ΓΕΕΑ: National Law Relating to the Community Trade Mark, ΟΗΙΜ. 1999 και σελίδα του ΓΕΕΑ στο διαδίκτυο στη διεύθυνση: http://oami.eu.int/EN/aspects/tmc/liste_tmc.htm.

11 Να σημειωθεί ότι ο όρος υποθέσεις κοινοτικών σημάτων, που απαντάται στο άρθρο 7 ν. 2943/2001, δεν περιλαμβάνει όλες τις υποθέσεις που έχουν σχέση µε τα κοινοτικά σήματα. Για την ακριβή έννοια του όροι αυτού βλ. αμέσως παρακάτω υπό στοιχείο ΙΙΙ. Διατάξεις αρμοδιότητας του Κανονισμού 40/94, ΙΙΙ. i Καθ’ ύλην αρμοδιότητα.

12 Το οπαίο ορίζει ότι «Για τον καθορισμό της καθ’ ύλην αρμοδιότητας εφαρμόζονται οι διατάξεις του εσωτερικού δικαίου».

13 Το οποίο ορίζει ότι «Η αγωγή [παράλειψης ἡ αποζημίωσης] εγείρεται ενώπιον του αρμοδίου μονομελούς πρωτοδικείου ανεξαρτήτως ποσού, κα δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία».

14 Σύμφωνα µε το άρθρο 101 του Κανονισμού 40/94, οι αποφάσεις των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων κοινοτικών σημάτων υπόκεινται σε έφεση ενώπιον των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων κοινοτικών σημάτων. Οι προϋποθέσεις άσκησης της έφεσης καθορίζονται από το εθνικό δίκαιο του κάθε κράτους μέλους. Εξάλλου, οι αποφάσεις των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων κοινοτικών σημάτων υπόκεινται σε αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου. Βλ. και Ε. Gastinel & M. Milford, The Legal Aspects of the Community Trade Mark, Kluwer Law International, 2001. σελ. Ἰ82.

15 Άρθρο 10  § 1 ν. 2943/2001.

16 Άρθρο 10  § 1 ν. 2943/2001. Να σημειωθεί ότι τα εν λόγω τμήματα εκδικάζουν και τις υποθέσεις που αναφέρονται σε διπλώματα ευρεσιτεχνίας, πιστοποιητικά υποδείγματος χρησιμότητας, µμεταφορά τεχνολογίας, τοπογραφίες προϊόντων ημιαγωγών κα συμπληρωματικά πιστοποιητικά προστασίας, Βιομηχανικά σχέδια και υποδείγματα και γενικά όλες τις υποθέσεις εφευρέσεων που υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (άρθρο 9 § 1 ν. 2943/2001).

17 Βλ. Τίτλο Χ, Τμήματα 2 και 3 του Κανονισμού (άρθρα 91 έως 103]. Βλ. επίσης Jenkins, Forum Shopping Under the Community Trade Mark Regulation, Trademark World, Φεβρουάριος 1996, 24-28, σελ. 24

18 Άρθρο 102 του Κανονισμού.

19 Το οποίο ορίζει ότι «Τα τμήματα κοινοτικών σημάτων των Πρωτοδικείων και Εφετείων Αθηνών και Θεσσαλονίκης, εφόσον τα δικαστήρια αυτά είναι κατά τόπον αρμόδια σύμφωνα µε τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου, εκδικάζουν και τις υποθέσεις εθνικών σημάτων».

20 Βλ. άρθρο 92 του Κανονισμού.

21 Να σημειωθεί ότι µόνο σε περίπτωση άσκησης ανταγωγής τα δικαστήρια κοινοτικών σημάτων έχουν τη δυνατότητα ελέγχου της εγκυρότητας του κοινοτικού σήματος. Σε κάθε άλλη περίπτωση είναι υποχρεωμένα να θεωρούν το κοινοτικό σήμα έγκυρο (άρθρο 95 του Κανονισμού).

22 Να σημειωθεί ότι τα άρθρα 2, 4, 5 § 1, 5 § 3, 5 § 4, 5 § 5 της σύμβασης των Βρυξελλών που θα ρύθμιζαν τη διεθνή δικαιοδοσία, καθίστανται ανενεργά από το άρθρο 90 § 2 του Κανονισμού.

23 Άρθρο 93 (1 του Κανονισμού. Η έννοια της κατοικίας προσδιορίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 52 και 53 της σύμβασης των Βρυξελλών από τη lex fori (R. Annand & H. Norman, όπ. Παρ., σελ 207 και C. Wadlow, Enforcement of Intellectual Property in European and International Law, 1998, Sweet & Maxwell, § 5-67). Συνεπώς, εάν μια διαφορά σχετική με προσβολή δικαιώματος επί κοινοτικού σήματος άγεται μόνιμης εγκατάστασης του ατόμου (άρθρο 51 ΑΚ και Ν. Παπαντωνίου, Γενικές Αρχές του αστικού δικαίου, 1983, σελ. 94,95), ενώ ως έδρα νομικού προσώπου πρέπει να γίνει δεκτό ότι νοείται η πραγματική έδρα, δηλαδή ο τόπος όπου ασκείται στην πραγματικότητα η διοίκηση της εταιρίας (άρθρο 10 ΑΚ και Α. Γραμματικάκη – Αλεξίου, Ζ. Παπασιώπη – Πασιά, Ε. Βασιλακάκης, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, τεύχος Β’, 1994, σελ. 233 – 234). Ο όρος «εγκατάσταση» αποτελεί πιθανότατα συντόμευση του όρου «πραγματική και ενεργός βιομηχανική ή επορική εγκατάσταση», που απαντάται στο άρθρο 5 του Κανονισμού και έχει τις ρίζες του στο άρθρο 3 της Σύμβασης των Παρισίων περί προστασίας της βιομηχανικής ιδιοκτησίας της 20ής Μαρτίου 1883 (R. Annand & H. Norman, όπ. Παρ., σελ 204). Η διαφορά ανάμεσα σε κατοικία και εγκατάσταση ενδέχεται κατά περίπτωση να είναι δυσδιάκριτη (V. Scordamaglia, Jurisdiction and Procedure in Legal Actions Relating to Community Trade Marks, στο συλλογικό έργο με επιμέλεια M. Franzosi, European Community Trade Mark – Commentary to the European Community Regulations, 1997, Kluwer Law International, σελ. 395 και C. Wadlow, όπ. παρ., § 5-75).

24 Άρθρο 93 § 2 του Κανονισμού.

25 Άρθρο 93 § 3 του Κανονισμού.

26 Άρθρο 93 § 5 του Κανονισμού. Για την έννοια του τόπου διάπραξης της προσβολής βλ. υποσημείωση 33, παρακάτω.

27 Δηλαδή, το δικαστήριο αυτό είναι γενικής αρμοδιότητας (extra-territorial subject matter jurisdiction): άρθρο 94 § 1 του Κανονισμού. Για τη γενική αρμοδιότητα των δικαστηρίων κοινοτικών σημάτων βλ. R. Knaak, The Legal Enforcement of the Community Trademark and of Prior National Rights, IIC 1998 (7), 754 – 776, σελ. 760.

28 Ένα σημαντικό πρόβλημα, που ενδεχομένως να ανακύψει στην περίπτωση αυτή, πηγάζει από το άρθρο 98 § 2 του Κανονισμού, το οποίο ορίζει ότι τα δικαστήρια κοινοτικών σημάτων πρέπει να εφαρμόζουν, ως προς τις κυρώσεις, το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο διαπράχθηκαν οι πράξεις προσβολής. Έτσι, όταν συντρέχουν περισσότερες ενέργειες προσβολής ενός κοινοτικού σήματος σε περισσότερα κράτη μέλη και ασκείται αγωγή σε ένα γενικής αρμοδιότητας δικαστήριο, τότε το δικαστήριο αυτό θα αναγκαστεί να εφαρμόσει μία πλειάδα εθνικών δικαίων κατά την αξιολόγηση των διαφόρων ενεργειών προσβολής του σήματος και των συνεπειών τους (R. Knaak, όπ. παρ., σελ. 765, 766 και 776 και H. Jung, σε μετάφραση Όλγας Ζύγουρα, Το Κοινοτικό Σήμα και η Δικαστική Προστασία, ΕλλΔνη 1996, 1015-1023, σελ. 1020).

29 E. Gastinel, La Marque Communautaire, L.G.D.J., 1998, σελ. 202.

30 Άρθρο 93 § 4 α’ του Κανονισμού, σε συνδυασμό με το άρθρο 17 της σύμβασης των Βρυξελλών.

31 Άρθρο 93 § 4 β’ του Κανονισμού, σε συνδυασμό με το άρθρο 18 της σύμβασης των Βρυξελλών.

32 Βλ. Jenkins, όπ. παρ., σελ. 26.

33 Το φάσμα των επιλογών του σηματούχου μπορεί να διευρυνθεί ακόμη περισσότερα εάν υιοθετηθεί μια ευρεία ερμηνεία για τον προσδιορισμό του τόπου όπου διαπράχθηκε η προσβολή. Τέτοιος τόπος θα μπορούσε να είναι ακόμα και αυτός όπου εμφανίστηκε η ζημία, δηλαδή, στην ουσία, ο τόπος κατοικίας του ενάγοντος (βλ. Απόφαση της 30.10.1976 του ΔΕυρΚ στην υπόθεση 21/76 Bier / Mines de potasse d’Alsace, Rep. 1976, σελ. 1735 – 1758). Όμως, η νεότερη νομολογία του ΔΕυρΚ δεν δέχεται ότι μπορεί ως τόπος προσβολής να θεωρηθεί και αυτός όπου εμφανίστηκαν οι οικονομικές συνέπειες της προσβολής (βλ. Απόφαση της 11.1.1990 του ΔΕυρΚ στην υπόθεση C-220-88 Dumez France and Tracoba, Rep. 1990, σελ. 1 – 49 κα– Απόφαση της 7.3.1995 στην υπόθεση C-68/93 Fiona Shevill / Presse Alliance SA. Βλ., επίσης, Andre Huet, La marque communautaire: la compétence des juridictions des Etats membres pour connaitre de sa validité et de sa contrefacon, Journal du Droit International 1994.623-641, σελ. 635). Σε κάθε περίπτωση, η δυνατότητα επιλογής δικαστηρίου μπορεί να διευρυνθεί όταν η πράξη προσβολής λάβει χώρα σε περισσότερα κράτη μέλη, όπως στην περίπτωση όπου η παράνομη σηματοδότηση των εμπορευμάτων γίνεται σε ένα κράτος και η διάθεσή τους σε κάποιο άλλο (V. Scordamaglia, όπ. παρ., σελ. 387).

34 Βλ. Jenkins, όπ. παρ., σελ. 26.

35 Για μια συγκριτική μελέτη ως προς την ακολουθούμενη διαδικασία και πρακτική από τα αρμόδια επί προσβολής σημάτων δικαστήρια σε έξι κράτη μέλη (Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Μεγάλη Βρετανία και Ολλανδία) βλ. Ε.-M. Bastian & R. Knaak, Trademark Infringement Proceedings in the Countries of the European Union, IIC 1995 (2), 149-174.

36 Για λεπτομερέστερη ανάλυση βλ. άρθρο του συγγραφέα. Το σύστημα δικαστικής προστασίας του δικαιώματος στο κοινοτικό σήμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού 40/94, ΕΕΕΔ 2:2000, σελ. 397-417 και ιδίως σελ. 411 επ.

37 Από τις 249.171 αιτήσεις κοινοτικών σημάτων που κατατέθηκαν από την 1.4.1996 μέχρι τις 31.12.2001, μόνον οι 644, που αντιστοιχούν σε ποσοστό 0,26%, προέρχονταν από ελληνικές επιχειρήσεις (βλ. σελίδα του ΓΕΕΑ στο διαδίκτυο στη διεύθυνση http://oami.eu.int/pdf/diff/ stat2001.pdf).



English

Αρχική

Βιογραφικό

Υπηρεσίες

Δημοσιεύσεις

Νέα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 47

54625

2310 551 140

All Rights Reserved © 2025

  • Όροι & Προϋποθέσεις Χρήσης
  • Πολιτική Προσωπικών Δεδομένων – Cookies