Μελέτη:
«Το σύστημα
δικαστικής
προστασίας του
δικαιώματος
στο κοινοτικό
σήμα σύμφωνα
με τις διατάξεις
του Κανονισμού
40/94»,
δημοσιευμένη
στην ΕΕΕυρΔ
2:2000, σελ. 397-417.
ΑΝΑΛΕΚΤΑ
ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ
ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ
ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ
ΣΤΟ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ
ΣΗΜΑ, ΣΥΜΦΩΝΑ
ΜΕ ΤΙΣ
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ 40/94
ΣΤΑΘΗΣ Β.
ΚΟΥΤΣΟΧΗΝΑΣ
Διάγραμμα
Ι. Εισαγωγή
ΙΙ. Η
διαδικασία
ενώπιον των
Δικαστηρίων
Κοινοτικών
Σημάτων
ΙΙ. i.
Αρμοδιότητα
καθ’ ύλη
ΙΙ. ii.
Αρμοδιότητα
κατά τόπο
II. iii.
Ασφαλιστικά
μέτρα
II. iν.
Εκκρεμοδικία
και συνάφεια
ΙΙ. ν.
Κυρώσεις σε
περίπτωση
προσβολής
ΙΙ. νi.
Δυνατότητα
επιλογής
δικαστηρίου (forum shopping)
ΙΙΙ.
Συμπεράσματα
I.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ο
μεγάλος
αριθμός των
κατατεθειμένων
αιτήσεων κοινοτικών
σημάτων κατά
τη διάρκεια
του πρώτου έτους
λειτουργίας
του Γραφείου
Εναρμόνισης
στην Εσωτερική
Αγορά (ΓΕΕΑ, Office for Harmonization in the Internal Market)[1],
αποτελεί ένα
ισχυρό
στοιχείο που
συνηγορεί υπέρ
της επιτυχίας
του νέου αυτού,
κοινοτικής
διάστασης,
συστήματος
καταχώρησης
εμπορικών
σημάτων[2].
Φυσιολογικό
επακόλουθο των
πολυάριθμων
αιτήσεων
κοινοτικών
σημάτων είναι
οι αυξημένες
αντιδικίες σχετικά
με τα
δικαιώματα επ’
αυτών. Όσο
μεγαλύτερος
είναι ο
αριθμός των
αιτήσεων, τόσο
υψηλότερο θα
είναι και το
ποσοστό των
διαφορών που τα
ευρωπαϊκά και
εθνικά
δικαστήρια θα
καλούνται να
επιλύσουν. Μάλιστα,
το ποσοστό των
παραπάνω
διαφορών
ενδεχομένως να
ενισχυθεί
ακόμη
περισσότερο
και από το
γεγονός ότι ο
Κανονισμός 40/94,
που εισάγει τη
νέα πολιτική
της Ευρωπαϊκής
Ένωσης στον τομέα
της Βιομηχανικής
Ιδιοκτησίας
και ειδικότερα
των σημάτων,
προσανατολίζεται
από πλευράς
ουσιαστικού
δικαίου στην
καθιέρωση ενός
ευρύτερου πεδίου
προστασίας, με
τη διεύρυνση
του
περιεχομένου
της
λειτουργίας
προέλευσης και
με την αναγωγή
της
διαφημιστικής
(και κατά μία άποψη
και της
εγγυητικής)[3]
λειτουργίας
του κοινοτικού
σήματος σε
προστατευόμενη
λειτουργία
αυτού[4].
Η
καθιέρωση ενός
ευρύτερου
πεδίου
προστασίας του
δικαιώματος
στο κοινοτικό
σήμα δεν θα
απέφερε το
σκοπούμενο
αποτέλεσμα και
οι προσδοκίες
για επιτυχή
λειτουργία του
νέου αυτού
θεσμού δεν θα ευοδώνονταν,
εάν δεν
συνοδεύονταν
και από ένα
ολοκληρωμένο
και
αποτελεσματικό
σύστημα
δικαστικής προστασίας.
Οι δυσχέρειες
της δικαστικής
προστασίας
κάποιου
δικαιώματος
ενδέχεται στην
πράξη να οδηγήσουν
ακόμα και στην
αναίρεσή του.
Πολύ περισσότερο,
όταν πρόκειται
για προστασία
δικαιώματος επί
εμπορικού
σήματος, όπου οποιαδήποτε
καθυστέρηση
κατά τη
διαδικασία
προστασίας
μπορεί να οδηγήσει
στην
ουσιαστική
κατάργηση του
ίδιου του δικαιώματος[5].
Έτσι για την
«ουσιαστική»
προστασία του
δικαιώματος
στο κοινοτικό
σήμα μπορεί
ενίοτε να
αποδειχθεί
σημαντικότερο
το πλέγμα των
διατάξεων
δικονομικού
δικαίου και οι
επιλογές που
προσφέρει στον
σηματούχο
από το
αντίστοιχο των
διατάξεων
ουσιαστικού
δικαίου.
Η
δικαστική
προστασία των
κοινοτικών
σημάτων, εκτός
από τη
διαδικασία
ενώπιον του
ΓΕΕΑ[6],
μπορεί να
διακριθεί σε
δύο βασικές
κατηγορίες: α) προκειμένου
περί προσφυγών
κατ’ αποφάσεων
του ΓΕΕΑ, σε
ευρωπαϊκό
επίπεδο, το
Δικαστήριο των
Ευρωπαϊκών
Κοινοτήτων είναι
αρμόδιο για να
ακυρώσει ή να μεταρρυθμίσει
την
προσβαλλόμενη
απόφαση[7]
και β)
προκειμένου
περί αγωγών
για προσβολή
(παραποίηση –
απομίμηση)
δικαιωμάτων
που παρέχει το
κοινοτικό
σήμα, σε εθνικό
επίπεδο,
καθίστανται
αρμόδια τα δικαστήρια
κοινοτικών
σημάτων[8].
Η διαδικασία
ενώπιον των εθνικών
αυτών
δικαστηρίων
και οι επιλογές
που παρέχονται
στον δικαιούχο
για τη
δικαστική προστασία
του
δικαιώματος
στο κοινοτικό
σήμα, σε περίπτωση
προσβολής
(παραποίησης –
απομίμησης)
αυτού, θα
αποτελέσουν το
αντικείμενο
της ανάλυσης
που ακολουθεί.
ΙΙ. Η
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΩΝ
ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ
ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ
ΣΗΜΑΤΩΝ
Ο
Κανονισμός δεν
υιοθετεί τη
λύση της
δημιουργίας
ενός ειδικού
κοινοτικού
δικαστηρίου
αρμόδιου για
τις διαφορές
που ανακύπτουν
από τα
δικαιώματα επί
κοινοτικών
σημάτων, αλλά
αφήνει την
προστασία των
δικαιωμάτων
αυτών στο
εθνικό δίκαιο[9].
Προς το σκοπό
αυτό, κάθε κράτος
μέλος πρέπει
να ορίσει στο
έδαφός του το μικρότερο
δυνατό ο αριθμό
πρωτοβάθμιων
και
δευτεροβάθμιων
εθνικών δικαστηρίων
που είναι
αρμόδια για
τις διαφορές
περί
κοινοτικών σημάτων[10].
Αυτά τα
«δικαστήρια
κοινοτικών
σημάτων», τα
οποία παρά την
ονομασία τους
είναι στην
ουσία εθνικά
δικαστήρια,
καλούνται να
εφαρμόσουν τις
διατάξεις του
Κανονισμού 40/94
και το εθνικό
τους δίκαιο,
συμπεριλαμβανομένου
και του ιδιωτικού
διεθνούς
δικαίου, για τα
θέματα που δεν
ρυθμίζονται
από τον
Κανονισμό[11].
ΙΙ. i.
Αρμοδιότητα
καθ’ ύλη
Ο
Κανονισμός
προχωρεί σε
ένα βασικό
διαχωρισμό μεταξύ
των διαφορών
που έχουν
σχέση με την
παραποίηση –
απομίμηση ή
την εγκυρότητά
των κοινοτικών
σημάτων και
όλων των άλλων
διαφορών που σχετίζονται
με αυτά (και
αναφέρονται
π.χ. στην κυριότητα
ή στην άδεια
χρήσης του
κοινοτικού
σήματος)[12].
Οι διαφορές
που ανήκουν
στην πρώτη
κατηγορία
εισάγονται
ενώπιον των
δικαστηρίων
κοινοτικών σημάτων,
ενώ όσες
ανήκουν στη
δεύτερη
κατηγορία,
δηλαδή όλες οι υπόλοιπες
διαφορές
σχετικές με
κοινοτικά
σήματα,
εισάγονται
«ενώπιον των δικαστηρίων
που θα ήταν
κατά τόπο και
καθ’ ύλην αρμόδια
αν επρόκειτο για
αγωγές
σχετικές με
εθνικά σήματα
καταχωρημένα
στο κράτος αυτό[13].
Όσον
αφορά στη
διαδικασία για
θέματα
παραποίησης –
απομίμησης ή
εγκυρότητας
κοινοτικών
σημάτων, αυτή
ρυθμίζεται από
τον Κανονισμό,
αλλά και από τη
σύμβαση των
Βρυξελλών περί
διεθνούς δικαιοδοσίας
και εκτελέσεως
των αποφάσεων
επί αστικών
και εμπορικών
υποθέσεων της
27.9.1968 (σύμβαση
Βρυξελλών)[14],
εκτός από τις περιπτώσεις
που ο
Κανονισμός την
τροποποιεί ή
ορίζει ότι δεν
εφαρμόζεται[15].
Ειδικότερα,
τα δικαστήρια
κοινοτικών
σημάτων έχουν
αποκλειστική
αρμοδιότητα
για την
εκδίκαση[16]: α) των
αγωγών για
παραποίηση – απομίμηση
και (εάν
επιτρέπεται
από το εθνικό
δίκαιο) για
επαπειλούμενη
παραποίηση –
απομίμηση
κοινοτικού
σήματος, β) των
αναγνωριστικών
αγωγών για μη
παραποίηση –
απομίμηση, εάν
επιτρέπεται
από εθνικό
δίκαιο, γ) των
αγωγών για
επιδίκαση
αποζημίωσης
λόγω προσβολής
του κοινοτικού
σήματος κατά
το διάστημα
που μεσολαβεί
από τη
δημοσίευση της
αίτησης μέχρι
τη δημοσίευση
της
καταχώρησης
του κοινοτικού
σήματος (άρθρο 9 § 3)
και δ) των
ανταγωγών για
έκπτωση
ακυρότητα του
κοινοτικού σήματος[17].
ΙΙ. ii.
Αρμοδιότητα
κατά τόπο
Ο
Κανονισμός
εισάγει δύο
βασικά
κριτήρια
αρμοδιότητας
που
στηρίζονται
στον τόπο
κατοικίας (ή
εγκατάστασης)
και στον τόπο
διάπραξης της
προσβολής[18].
Ειδικότερα,
ο πρώτος
κανόνας
καθορισμού
διεθνούς
δικαιοδοσίας
που περιέχεται
στον
Κανονισμό, ορίζει
ότι οι
διαδικασίες
που προκύπτουν
από αγωγές και
ανταγωγές για
θέματα
παραποίησης –
απομίμησης ή
εγκυρότητας
κοινοτικών
σημάτων διεξάγονται
ενώπιον των
δικαστηρίων
του κράτους
μέλους στο
οποίο ο εναγόμενος
έχει την
κατοικία του, ή
αν δεν έχει
κατοικία σε
ένα από τα
κράτη μέλη,
ενώπιον των
δικαστηρίων
του κράτους
στο οποίο έχει
εγκατάσταση[19].
Εάν ο εναγόμενος
δεν έχει ούτε
κατοικία ούτε
εγκατάσταση σε
κράτος μέλος,
οι πιο πάνω
διαδικασίες
διεξάγονται
ενώπιον των
δικαστηρίων
του κράτους
μέλους στο
οποίο ο ενάγων
έχει την
κατοικία του ή
(αν δεν έχει
κατοικία σε
κράτος μέλος)
εγκατάστασή
του[20].
Εάν, περαιτέρω,
ούτε ο
εναγόμενος
ούτε ο ενάγων
έχουν κατοικία
ή εγκατάσταση
στο έδαφος της
Ε.Ε., οι εν λόγω
διαδικασίες
διεξάγονται
ενώπιον των
δικαστηρίων
του κράτους
στο οποίο
εδρεύει το
Γραφείο
(Ισπανία) [21]. Ο
έτερος κανόνας
καθορισμού της
διεθνούς
δικαιοδοσίας
που περιέχει ο
Κανονισμός,
καθιστά
αρμόδια και τα
δικαστήρια
κοινοτικών
σημάτων των
κρατών μελών
στα οποία
διαπράχθηκε ή επαπειλείται
να διαπραχθεί
η ενέργεια της
προσβολής[22].
Όσον
αφορά στην
έκταση της
αρμοδιότητας
των δικαστηρίων
κοινοτικών
σημάτων, ο
Κανονισμός
υιοθετεί μία
διάκριση με
βάση τα δύο κριτήρια
αρμοδιότητας.
Συγκεκριμένα,
εάν η αρμοδιότητα
ενός δικαστηρίου
κοινοτικών
σημάτων
βασίζεται στην
κατοικία
(άρθρο 93 §§ 1 ως 4),
τότε αυτό
είναι αρμόδιο
να επιλαμβάνεται
κάθε πράξης
προσβολής που
διαπράχθηκε ή
επαπειλείται
να διαπραχθεί
στο έδαφος οποιουδήποτε
κράτους μέλους[23] [24].
Αντίθετα, εάν η
αρμοδιότητα
του δικαστηρίου
βασίζεται στην
πράξη
προσβολής
(άρθρο 93 § 5), τότε οι
μπορεί να
αποφαίνεται
μόνο για τις
πράξεις που
διαπράχθηκαν ή
επαπειλούνται
να διαπραχθούν
στο έδαφος του
κράτους μέλους
στο οποίο
εδρεύει το
δικαστήριο
(άρθρο 94 § 2).
Παρά
τους
προαναφερθέντες
κανόνες
δικαιοδοσίας,
τα μέρη
δύνανται να
συμφωνήσουν
ότι κάποιο άλλο
δικαστήριο
κοινοτικών
σημάτων είναι
αρμόδιο[25].
Επιπλέον, εάν ο
εναγόμενος
παρασταθεί
ενώπιον δικαστηρίου
κοινοτικών
σημάτων που
κανονικά δεν
θα είχε
αρμοδιότητα, το
δικαστήριο
αυτό
καθίσταται
αρμόδιο, με την
προϋπόθεση ότι
ο εναγόμενος
δεν παρίσταται
μόνο για να
προβάλει
ένσταση
αναρμοδιότητας[26].
ΙΙ. iii.
Ασφαλιστικά
μέτρα.
Όπως
προαναφέρθηκε[27],
τα ασφαλιστικά
μέτρα
αποτελούν στο δίκαιο
των σημάτων το
σημαντικότερο
εργαλείο στα χέρια
του σηματούχου.
Το διάστημα
αναμονής έως
την έκδοση
οριστικής απόφασης
επί αντιδικίας
με αντικείμενο
το δικαίωμα σε
σήμα μπορεί να
διακινδυνεύσει
κατά τρόπο μη
αναστρέψιμο
την οικονομική
θέση του δικαιούχου[28]. Συμμεριζόμενος
το γεγονός
αυτό ο
κοινοτικός
νομοθέτης, εκτός
από τη
δυνατότητα
άσκησης
αγωγής,
παρέχει στον
δικαιούχο
κοινοτικού
σήματος που
προσβάλλεται
το δικαίωμα να
ζητήσει από τα
δικαστήρια
κράτους
μέλους,
συμπεριλαμβανομένων
των δικαστηρίων
κοινοτικών
σημάτων, τη
λήψη
ασφαλιστικών
μέτρων που προβλέπονται
από το δίκαιο
του κράτους
αυτού για τα
εθνικά σήματα, ακόμη
και εάν αρμόδιο
επί της ουσίας
είναι
δικαστήριο
κοινοτικών
σημάτων άλλου
κράτους μέλους[29].
Τα γενικής
αρμοδιότητας
δικαστήρια
κοινοτικών σημάτων
μπορούν να
διατάσσουν
ασφαλιστικά
μέτρα, τα οποία
ισχύουν σε
κάθε κράτος
μέλος όπου
λαμβάνει χώρα
πράξη προσβολής[30].
ΙΙ. iν.
Εκκρεμοδικία
και συνάφεια.
Ο
Κανονισμός δεν
προβλέπει την
ακολουθούμενη
διαδικασία
στην περίπτωση
ταυτόχρονων
και διαδοχικών
αγωγών επί τη
βάσει μόνο
κοινοτικών
σημάτων.
Συνεπώς,
σύμφωνα με τη
γενική διάταξη
του άρθρου 10 θα
τύχει
εφαρμογής η
σύμβαση των
Βρυξελλών και
συγκεκριμένα
τα άρθρα 21 και 22
αυτής.
Σύμφωνα
με το άρθρο 21 της
Σύμβασης, επί
ταυτόχρονων
και διαδοχικών
αγωγών με βάση
τα ίδια
πραγματικά
περιστατικά
και μεταξύ των
ίδιων διαδίκων
(εκκρεμοδικία),
το
μεταγενέστερα
επιληφθέν
δικαστήριο θα
πρέπει να
αναστείλει τη
διαδικασία ή,
εφόσον έχει
παγιωθεί η
αρμοδιότητα
του πρότερα
επιληφθέντος
δικαστηρίου,
να διαπιστώσει
ότι στερείται διεθνούς
δικαιοδοσίας[31].
Ερμηνευτικά
προβλήματα
γεννώνται για
τον προσδιορισμό
του
δικαστηρίου
που πρώτο
επιλήφθηκε της
διαφοράς,
δεδομένου ότι
σε μερικά
δίκαια την
εκκρεμοδικία
επιφέρει η
κατάθεση της
αγωγής, ενώ σε
άλλα
απαιτείται και
η επίδοσή της[32].
Έχει κριθεί
από το ΔΕΚ ότι
πρώτο είναι
εκείνο το δικαστήρια,
προς το οποίο
πληρούνται οι
προϋποθέσεις
για την
επέλευση της δικαστικής
εκκρεμοδικίας.
Ο
προσδιορισμός
των προϋποθέσεων
αυτώ γίνει
σύμφωνα με τη lex fori[33].
Σύμφωνα
δε με το άρθρο 22
της Σύμβασης,
επί ταυτόχρονων
διαδοχικών
συναφών αγωγών
(συνάφεια), το
μεταγενέστερα
επιληφθέν
δικαστήριο
μπορεί να
αναστείλει τη
διαδικασία, εφόσον
οι συναφείς αγωγές
εκκρεμούν
ακόμη σε πρώτο
βαθμό, ενώ έχει
επιπλέον την ευχέρεια
υπό ορισμένες
προϋποθέσεις
και μετά από
αίτηση κάποιου
διαδίκου να
κρίνει ότι
στερείται
διεθνούς
δικαιοδοσίας.
Να σημειωθεί
συναφείς
θεωρούνται οι
αγωγές εκείνες
των οποίων η
στενή σύνδεση επιβάλλει
τη συνεκδίκαση,
έτσι ώστε να
αποφεύγεται ο
κίνδυνος έκδοσης
αντιφατικών
αποφάσεων[34].
Αντίθετα
με τα παραπάνω,
ο Κανονισμός
περιέχει λεπτομερείς
κανόνες για
την περίπτωση
ταυτόχρονων
και διαδοχικών
αγωγών επί τη
βάσει
κοινοτικών και
εθνικών
σημάτων.
Ειδικότερα,
προβλέπεται α)
αν έχουν
ασκηθεί αγωγές
παραποίησης –
απομίμησης με
βάση ίδια
πραγματικά
περιστατικά
μεταξύ των
ίδιων διαδίκων
ενώπιον δικαστηρίων
διαφόρων
κρατών μελών
που έχουν
επιληφθεί το
ένα με βάση
κοινοτικό σήμα
και το άλλο με
βάση εθνικό
σήμα, τότε το
δικαστήριο που
επιλήφθηκε
δεύτερο πρέπει
και
αυτεπαγγέλτως
να διαπιστώσει
την αναρμοδιότητά
του υπέρ του
πρώτου
επιληφθέντος ή
να αναστείλει τη
διαδικασία[35]
και β) αν οι
αγωγές που
έχουν ασκηθεί
στηρίζονται σε
παρόμοια βάση[36],
τότε το
μεταγενέστερα
επιληφθέν
δικαστήριο μπορεί
να αναστείλει
τη διαδικασία[37].
Περαιτέρω,
ο Κανονισμός
λαμβάνει
μέριμνα και
για τις περιπτώσεις
που το ζήτημα
της
εγκυρότητας
του κοινοτικού
σήματος
τίθεται ενώπιον
και ενός άλλου
δικαστηρίου
κοινοτικών σημάτων
ή ενώπιον του
Γραφείου[38].
Παρά το
γεγονός ότι τα
ζητήματα αυτά
επιλύονται κατ’
αρχήν ενόψει
της αρχής της
χρονικής
προτεραιότητας,
διαφαίνεται
μία προτίμηση
του Κανονισμού
στο κοινοτικό
επίπεδο[39].
Έτσι, ένα
δικαστήριο
κοινοτικών
σημάτων το
οποίο
επιλαμβάνεται
πρώτο μιας
ανταγωγής που
αφορά στην
εγκυρότητα του
σήματος, μπορεί
κατόπιν
αίτησης ενός
διαδίκου να
αναστείλει την
ενώπιον αυτού
εκκρεμή
διαδικασία,
χάριν του εν συνεχεία
επιληφθέντος
Γραφείου
(άρθρο 100 § 2). Eξάλλου,
κάθε
δικαστήριο
κοινοτικών
σημάτων, που
επιλαμβάνεται
ανταγωγής για
την κήρυξη
έκπτωσης ή
ακυρότητας,
μπορεί με
αίτηση του σηματούχου
να αναστείλει
τη διαδικασία
και να καλέσει
τον εναγόμενο
να υποβάλει
στο Γραφείο
αίτηση έκπτωσης
ή ακυρότητας
(άρθρο 95 § 7) [40].
Ζήτημα
γεννάται
σχετικά με το
αν ένα
δικαστήριο κοινοτικών
σημάτων, που
εκδικάζει μία
ανταγωγή,
μπορεί να την αποδεχθεί
και να κηρύξει
άκυρη την
καταχώρηση
ενός
κοινοτικού σήματος
από το ΓΕΕΑ
χωρίς
προηγουμένως
να έχει
ζητήσει μία
προδικαστική
απόφαση από το
ΔΕΚ επί του
θέματος αυτού[41].
Αν πράγματι
διαγνωσθεί από
ΔΕΚ ότι
υπάρχει τέτοια
υποχρέωση,
τότε τίθεται
σε αμφιβολία η
επιδιωχθείσα
από τον
Κανονισμό
συνύπαρξη
κοινοτικής και
εθνικής
εννόμου, προστασίας
επί ζητημάτων
έκπτωσης και
ακυρότητας του
κοινοτικού σήματος[42].
ΙΙ. ν.
Κυρώσεις σε
περίπτωση
προσβολής.
Το
ζήτημα των
κυρώσεων σε
περίπτωση
προσβολής του
δικαιώματος σε
κοινοτικό σήμα
είναι ζωτικής
σημασίας για την
επιτυχία στην
καθιέρωση του
κοινοτικού
σήματος.
Δυσκολίες, όμως,
ανακύπτουν από
το γεγονός ότι
στην παρούσα φάση
της ευρωπαϊκής
ενοποίησης
παρουσιάζονται
σημαντικές
διαφορές
ανάμεσα στις νομοθετικές
επιλογές των
κρατών μελών,
όσον αφορά
στους κανόνες
που προβλέπουν
κυρώσεις για
την περίπτωση
προσβολής
δικαιωμάτων[43].
Ο
Κανονισμός 40/94,
κάνοντας ένα
μικρό βήμα
στην καθιέρωση
κοινών κανόνων
όσον αφορά
στις κυρώσεις,
καθιερώνει μια
«κοινοτική» κύρωση
για την
περίπτωση
προσβολής
δικαιώματος σε
κοινοτικό
σήμα.
Συγκεκριμένα,
προβλέπει ότι
όταν ένα
δικαστήριο κοινοτικών
σημάτων διαπιστώνει
προσβολή ή
επαπειλούμενη
προσβολή, εκδίδει
απόφαση του
απαγορεύει
στον εναγόμενο
να συνεχίσει
τις πράξεις
προσβολής[44]. Ο
γενικός
κανόνας,
πάντως,
προβλέπει ότι
το δικαστήριο
κοινοτικών σημάτων
εφαρμόζει,
όσον αφορά
στις κυρώσεις,
το δίκαιο του
κράτους έλους
στο οποίο
διαπράχθηκε ή
απειλείται να
διαπραχθεί η
προσβολή lex loci delicti commissi) [45].
Οι
πλέον κοινές
κυρώσεις στα
κράτη μέλη
είναι η επιδίκαση
αποζημίωσης, η
κατάσχεση των
προϊόντων, η
μεταβίβασή τους
στον σηματούχο,
η καταστροφή
τους και η
δημοσίευση της
απόφασης στον
τύπο[46].
Δεδομένου
όμως ότι οι
κυρώσεις αυτές
δεν απαντώνται
σε όλα τα κράτη
μέλη,
πιθανότατα θα
ανακύψουν
προβλήματα
στις περιπτώσεις
όπου το
δικαστήριο
κοινοτικών
σημάτων έχει
γενική αρμοδιότητα,
στηριζόμενη
δηλαδή στην
κατοικία ή
στην
εγκατάσταση,
και αποφασίζει
και για τις
πράξεις
προσβολής που
λαμβάνουν χώρα
σε άλλα κράτη μέλη.
Σε μια τέτοια
περίπτωση το
δικαστήριο θα
πρέπει σύμφωνα
με τον πιο πάνω
γενικό κανόνα
να ανατρέξει
στο δίκαιο του
κάθε κράτους
όπου λαμβάνει
χώρα η κάθε
προσβολή και
να επιβάλει για
την κάθε προσβολή
ξεχωριστά τις
κυρώσεις που η
νομοθεσία του συγκεκριμένου
κράτους μέλους
προβλέπει[47].
Το πρόβλημα
αυτό
καθίσταται
οξύτερο από το
γεγονός ότι το
δίκαιο του
κράτους μέλους
όπου βρίσκεται
το δικαστήριο
που επιλήφθηκε
μπορεί
παραδοσιακά να
μην
αναγνωρίζει κι
ποιες από τις
κυρώσεις που
προβλέπει η
έννομη τάξη
άλλου κράτους
μέλους και που
θα κληθεί να
επιβάλει για
τις πράξεις
προσβολής που
λάβανε χώρα σε
αυτό[48].
Τέλος,
αξίζει να
σημειωθεί το
γεγονός ότι ο
Κανονισμός δεν
περιέχει
ρύθμιση για
την επιβολή
ποινικών
κυρώσεων σε περίπτωση
προσβολής
κοινοτικού
σήματος.
Άλλωστε, η
δυνατότητα του
κοινοτικού νομοθέτη
να καθιερώσει
ποινική ευθύνη
με τις διατάξεις
του Κανονισμού
θα ήταν
εξαιρετικά
αμφισβητήσιμη.
Απάντηση στο ερώτημα
κατά πόσον
είναι δυνατό
να εξομοιωθεί
το κοινοτικό
με κάποιο
εθνικό σήμα, υπό
την έννοια ότι
η προσβολή του
κοινοτικού
σήματος θα
συνιστά και
ποινικά
κολάσιμη
πράξη, όπως η
προσβολή του
εθνικού σήματος,
θα πρέπει να
δοθεί από τα
δικαστήρια του
κάθε κράτους
μέλους ξεχωριστά,
με γνώμονα τις
συνταγματικές
αρχές αυτού
και τη
διατύπωση των
σχετικών
ποινικών
ρυθμίσεων[49].
ΙΙ. νi.
Δυνατότητα
επιλογής
δικαστηρίου (forum shopping).
Ένα
περαιτέρω
ζήτημα, με
μεγάλη
πρακτική
σημασία, είναι
η δυνατότητα
επιλογής
δικαστηρίου (forum shopping)
στα πλαίσια
του Κανονισμού
40/94: εφαρμόζοντας
τους προεκτεθέντες
κανόνες για
τον
προσδιορισμό
της διεθνούς
δικαιοδοσίας
των
δικαστηρίων
κοινοτικών
σημάτων, προκύπτει
ότι ο
δικαιούχος
ενός
κοινοτικού
σήματος θα
έχει την
ευχέρεια, στην
πλειονότητα
των περιπτώσεων,
να επιλέξει το
δικαστήριο
ενώπιον του
οποίου θα
ασκήσει αγωγή
περί προσβολής
του δικαιώματός
του. Μόνο στις
ακόλουθες
τρεις
περιπτώσεις ο σηματούχος
δε θα έχει τη
δυνατότητα
επιλογής[50]:
α) όταν ο
εναγόμενος
έχει την
κατοικία του ή
τη μοναδική
του
εγκατάσταση σε
ένα κράτος
μέλος της Ε.Ε. και
η ενέργεια της
προσβολής
λαμβάνει χώρα
μόνο σε αυτό το
κράτος, β) όταν ο
εναγόμενος δεν
έχει ούτε κατοικία
ούτε
εγκατάσταση
στο έδαφος της
Ε.Ε. και η
ενέργεια της
προσβολής
λαμβάνει χώρα
μόνο στο κράτος
μέλος στο
οποίο ο ενάγων
έχει την
κατοικία του ή
τη μοναδική
του
εγκατάσταση
και γ) όταν ούτε ο
εναγόμενος
ούτε ο ενάγων έχουν
κατοικία ή
εγκατάσταση
στην κοινοτική
επικράτεια και
η προσβολή
λαμβάνει χώρα
μόνο στην
Ισπανία
(δηλαδή το
κράτος μέλος
στο οποίο
εδρεύει το
ΓΕΕΑ).
Σε
όλες τις
υπόλοιπες
περιπτώσεις ο σηματούχος
θα έχει τη δυνατότητα
να ασκήσει
αγωγή λόγω
παραποίησης –
απομίμησης σε
δύο τουλάχιστον
κράτη μέλη,
καθώς η
προσβολή θα
συμβαίνει σε
ένα τουλάχιστον
κράτος
διαφορετικό
από αυτό που
έχει δικαιοδοσία
επί τη βάσει
της κατοικίας
του εναγομένου
ή του
ενάγοντος[51].
Ο δικαιούχος
θα μπορεί να
επιλέξει
μεταξύ των
δικαστηρίων
κοινοτικών
σημάτων περισσοτέρων
κρατών μελών
στις εξής
περιπτώσεις[52]:
α) όταν ο
εναγόμενος
χωρίς να έχει
κατοικία σε
κάποιο κράτος
μέλος, έχει
εγκαταστάσεις
περισσότερα
κράτη μέλη, β)
όταν ο
εναγόμενος δεν
έχει ούτε
κατοικία ούτε
εγκατάσταση
στην κοινοτική
επικράτεια και
ο ενάγων, χωρίς
έχει κατοικία
σε κράτος
μέλος, έχει
εγκαταστάσεις
σε περισσότερα
κράτη μέλη και
γ) όταν η
προσβολή
λαμβάνει χώρα
σε περισσότερα
κράτη μέλη.
Συνεπώς,
ο Κανονισμός
εξοπλίζει τον
δικαιούχο του
κοινοτικού
σήματος με την
προοπτική
επιλογής
δικαστηρίου (forum shopping).
Προκειμένου ο σηματούχος
να
εκμεταλλευτεί
τη δυνατότητα
αυτή, πρέπει να
λάβει υπόψη
του παράγοντες
όπως το κόστος της
διαδικασίας
στο κάθε
κράτος μέλος, η
ταχύτητα
έκδοσης των
αποφάσεων, η
δυνατότητα και
οι λόγοι προσβολής
της
πρωτοβάθμιας
απόφασης, η
αποδεικτική
διαδικασία, οι
επιβαλλόμενες
κυρώσεις και η
αποτελεσματικότητα
κατά την
εκτέλεση των
αποφάσεων[53].
Επιπλέον, ο
ενδιαφερόμενος
οφείλει να
συνυπολογίσει
και παράγοντες
που απορρέουν
από την
ιδιαίτερη φύση
του συστήματος
κοινοτικών
σημάτων.
Τέτοιοι
παράγοντες
είναι ιδίως:
α)
Ερμηνεία των
διατάξεων του
Κανονισμού: Τα
δικαστήρια
κοινοτικών
σημάτων κάθε
κράτους μέλους
είναι πιθανό
να ακολουθούν
διαφορετικές
κατευθυντήριες
γραμμές κατά
την ερμηνεία
βασικών
εννοιών που
περιέχονται
στον Κανονισμό,
ανάλογα με τη
νομική τους
παράδοση. Έτσι,
ο σηματούχος
θα πρέπει να
εξετάσει ποια
ερμηνεία των
διατάξεων του
Κανονισμού
εξυπηρετεί
καλύτερα τα
συμφέροντά του[54].
Με
μια
επιφανειακή
προσέγγιση,
μπορεί να
διατυπωθεί η
άποψη ότι η
δυνατότητα
αυτή επιλογής
από τον σηματούχο
της ερμηνείας
των διατάξεων
του Κανονισμού
που τον
εξυπηρετεί, θα
υπάρχει μόνο
κατά το αρχικό
στάδιο της
λειτουργίας
του συστήματος
κοινοτικών σημάτων,
δεδομένου ότι
αναμένεται το
ΔΕΚ να επιλύσει
τα προβλήματα
διαφορετικής
ερμηνείας
εφοδιάζοντας
τα δικαστήρια
κοινοτικών
σημάτων με
κοινές
κατευθυντήριες
γραμμές. Όπως,
όμως,
κατέδειξε και
η πρόσφατη
νομολογία του[55],
που
αντιμετώπισε
το ζήτημα της
ερμηνείας του
άρθρου 9 § 1 β΄ του
Κανονισμού[56],
οι αποφάσεις
του ΔΕΚ δε θα διέπονται πά-ντοτε
από σαφήνεια[57].
Ως συνέπεια
αυτής της
ασάφειας, η
οποία αντικατοπτρίζει
τη δυσκολία
του ΔΕΚ να
καταλήξει σε ομόφωνη
απόφαση τα
εθνικά
δικαστήρια
πιθανότατα θα
εξακολουθήσουν
να αξιολογούν τις
υποθέσεις κατά
τον ίδιο τρόπο
που έκαναν και στο
παρελθόν[58].
β)
Γλωσσικές
διαφορές: Ένα
επιπλέον θέμα
που προκύπτει
από τη
ιδιαίτερη φύση
του
δικαιώματος
στο κοινοτικό
σήμα, ως
ενιαίου και εκτεινόμενου
σε όλη την
κοινοτική
επικράτεια δικαιώματος,
είναι αυτό που
ανακύπτει από
τις γλωσσικές
διαφορές
μεταξύ των
κρατών μελών.
Με δεδομένο
ότι κλασικές
λέξεις ή
εκφράσεις χρησιμοποιούνται
ευρύτατα ως
σήματα, είναι
ιδιαίτερα
αμφίβολο εάν
θα καταφέρουν
επιβιώσουν
κοινοτικά
σήματα που θα
αποτελούνται
από λέξεις που
ανήκουν στο
λεξιλόγιο της
γλώσσας
κάποιου κράτους
μέλους και φέρουν
ένα ιδιαίτερο
εννοιολογικό
φορτίο (π.χ.
έχουν περιεχόμενο
ανήθικο ή
αντικείμενο
στη δημόσια
τάξη ή είναι
κοινόχρηστες ή
περιγραφικές ή
εμπίπτουν σε
κάποια άλλη
από τις
περιπτώσεις
που αποτελούν
απόλυτους
λόγους
απαραδέκτου
σύμφωνα με το
άρθρο 7)[59].
Εξέχουσα θέση
,
σε μια τέτοια
περίπτωση, θα
έχει η
ελληνική γλώσσα,
η οποία
αποτελεί
αστείρευτη
πηγή ιδεών για
τους επίδοξους
κατόχους
εμπορικών
σημάτων[60].
Αντίστοιχοι
προβληματισμοί
μπορούν να
αναπτυχθούν
και όσον αφορά
στην προφορά
των λέξεων από
τους
ομιλούντες διαφορετικές
γλώσσες[61].
Συμμεριζόμενος
τον παραπάνω
προβληματισμό
ο κάτοχος
κοινοτικού
σήματος κατά
την επιλογή
δικαστηρίου θα
προτιμήσει να
αποφύγει τα
δικαστήρια
κάποιου
κράτους μέλους
του οποίου η γλώσσα
αποδίδει το
κοινοτικό σήμα
νόημα ανήθικο ή
κοινόχρηστο,
ώστε να
περιορίσει έτσι
τον κίνδυνο
άσκησης από
τον αντίδικό
του (προσβολέα)
ανταγωγής με
περιεχόμενο
την ακύρωση
του σήματος.
Αντίθετα, προς
το συμφέρον του
προσβολέα
– εναγομένου
θα είναι να
παρασύρει[62]
τον ενάγοντα –
δικαιούχο να
επιλέξει ως
αρμόδια τα
δικαστήρια
κάποιου
κράτους μέλους
του οποίου η
γλώσσα του
δίνει τη
δυνατότητα να
στηρίξει μια
ανταγωγή.
γ)
Γενική
αρμοδιότητα (extra-territorial jurisdiction)
του δικαστηρίου:
Ο κάτοχος του
κοινοτικού
σήματος έχει,
περαιτέρω,
συμφέρον να εξετάσει
το κριτήριο με
βάση το οποίο
ένα δικαστήριο
κοινοτικών σημάτων
αποκτά
αρμοδιότητα.
Εάν, δηλαδή, η
αρμοδιότητά
του στηρίζεται
στην κατοικία
ή εγκατάσταση
του εναγομένου
ή του
ενάγοντος,
πότε το εν λόγω
δικαστήριο
έχει γενική
αρμοδιότητα
και δύναται να αποφασίσει
για τις
ενέργειες
προσβολής που
λαμβάνουν χώρα
και σε άλλα
κράτη μέλη[63].
Ο
χαρακτηρισμός
ενός
δικαστηρίου ως
γενικής αρμοδιότητας
δεν έχει απλά
θεωρητικό
ενδιαφέρον ούτε
απαλλάσσει τον
σηματούχο
μόνο από
περιττά έξοδα,
αλλά αποκτά
πολύ μεγαλύτερη
σπουδαιότητα
αν εξετασθεί
σε συνδυασμό
με τη δυνατότητα
λήψης ασφαλιστικών
μέτρων που
ισχύουν σε
κάθε κράτος
μέλος (άρθρο 99 § 2), την
πιθανότητα
διαφορετικής
ερμηνείας των
διατάξεων του
Κανονισμού[64],
τις γλωσσικές
διαφορές που
υπάρχουν
ανάμεσα στα κράτη
μέλη, τις κυρώσεις
που επιβάλλουν
τα δικαστήρια
του κάθε κράτους,
το ύψος των επιδικαζομένων
αποζημιώσεων
κλπ..
ΙΙΙ.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Συνοψίζοντας
τις παραπάνω
σκέψεις,
παρατηρούμε ότι
ο Κανονισμός 40/94
προσανατολίζεται
μεν από
πλευράς
ουσιαστικού δικαίου
στην καθιέρωση
ενός ευρύτερου
πεδίου προστασίας,
με τη
διεύρυνση που
περιεχομένου
της λειτουργίας
προέλευσης και
την αναγωγή
της διαφημιστικής
πλευράς του
κοινοτικού
σήματος σε προστατευόμενη
λειτουργία
αυτού, όμως
ουσιαστικότερο
για την πληρέστερη
προστασία των
δικαιωμάτων
επί κοινοτικών
σημάτων
φαίνεται να
είναι το πλαίσιο
των διατάξεων
δικαστικής
προστασίας που
παρέχει ο
Κανονισμός στους
σηματούχους,
δεδομένου ότι
τους εξοπλίζει
με τη
δυνατότητα: α) ζητήσουν
δικαστική
προστασία από
εξειδικευμένα
δικαστήρια, τα δικαστήρια
κοινοτικών
σημάτων, με
αποτέλεσμα τη
λήψη αποφάσεων
ένα επίπεδο
κατά το δυνατό
πλησιέστερο
προς τα
πράγματα, β) να πετύχουν
την έκδοση
αποφάσεων με
ισχύ σε όλα τα
κράτη μέλη από
δικαστήρια
γενικής
αρμοδιότητας,
γ) να ζητήσουν
τη λήψη ασφαλιστιικών
μέτρων και δ) να
επιλέξουν
ανάμεσα στα
δικαστήρια
περισσότερων
κρατών μελών (forum shopping),
λαμβάνοντας
υπ’ όψη τους τις ειδικές
περιστάσεις
της κάθε
υπόθεσης και
τον ιδιαίτερο
χαρακτήρα
κοινοτικού
σήματος.
Ως
διαπίστωση,
μπορεί να
λεχθεί ότι το
σύστημα προστασίας
που καθιερώνει
ο Κανονισμός
για το
κοινοτικό σήμα
αποτελεί μια
ελκυστική
επιλογή για
τις
επιχειρήσεις
που επιθυμούν
την κατά το
δυνατόν πληρέστερη
προστασία των
δικαιωμάτων
τους βιομηχανικής
ιδιοκτησίας
και κυρίως για
αυτές που
δραστηριοποιούνται
σε ευρωπαϊκό
επίπεδο.
[1] Ο τελικός απολογισμός των αιτήσεων κοινοτικών σημάτων για το πρώτο έτος λειτουργίας του ΓΕΕΑ ήταν 43.193, τη στιγμή που ο αναμενόμενος αριθμός αιτήσεων ήταν μόλις 15.000.
[2] Το σύστημα αυτό εισήγαγε ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 40/94 του Συμβουλίου της 20ής Δεκεμβρίου 1993 για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994 1 11/1, 14 Ιανουαρίου 1994). Στο εξής, όλες οι αναφορές σε άρθρα εννοείται ότι γίνονται σε άρθρα του Κανονισμού 40/94, εκτός εάν σημειώνεται διαφορετικά. Για τις βασικές ρυθμίσεις και τις αρχές που διέπουν τον Κανονισμό βλ. ΜΙΧΑΗΛ-ΘΕΟΔΩΡΟ ΜΑΡΙΝΟ, Το Κοινοτικό Σήμα – Βασικές Ρυθμίσεις του Κανονισμού 40/94, 1994.
[3] Βλ. Μ.-Θ. ΜΑΡΙΝΟ, όπ. παρ., σελ. 24.
[4] Βλ. 7η αιτιολογική πρόταση του Κανονισμού. Προς την ίδια κατεύθυνση προσανατολίζεται και η Πρώτη Οδηγία του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των Νομοθεσιών των Κρατών Μελών περί Σημάτων (αριθ. 89/104 ΕΕ 1989 1 40/1) και κατ’ εφαρμογή αυτής και το Ελληνικό Δίκαιο (Ν. 2239/1994) Βλ. ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟ, Η Μεταβίβαση του Σήματος, 1998, σελ. 19-25, MAPΙΝΟ, όπ. παρ., σελ. 23 – 25, ΝΙΚΟΛΑΟ ΡΟΚΑ, Λειτουργικές μεταβολές του δικαιώματος στο σήμα, ΕΕμπΔ 1997.452 επ.
[5] Το ουσιαστικότερο μέτρο προστασίας των δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας αποτελεί η προστασία κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Βλ. Β. Α ΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟ, Δίκαιο Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας, 1993, σελ. 406 επ, Ν. ΡΟΚΑ, Δί καιο Σημάτων, 1978, σελ. 207, Λ. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟ, Τα ασφαλιστικά μέτρα εις το δίκαιον της βιομηχανικής ιδιοκτησίας, ΝοΒ 1975.377 – 380.
[6] Η διαδικασία ενώπιον του ΓΕΕΑ είναι δύο ειδών: α) διαδικασία «ex parte», στην οποία δημιουργούνται σχέσεις αποκλειστικά μεταξύ ενός ιδιώτη και της αρχής του ΓΕΕΑ που καλείται να αποφασίσει (π.χ. εξέταση απολύτων λόγων απαραδέκτου) και β) διαδικασία «inter partes», στην οποία οι ιδιώτες αντιπαρατίθενται ενώπιον του ΓΕΕΑ επικαλούμενοι τα δικαιώματά τους και όπου το ΓΕΕΑ καλείται να αποφασίσει σε συνθήκες που ομοιάζουν περισσότερο σε πολιτική δίκη παρά σε διοικητική διαδικασία (βλ. VINCENZO SCORDAMAGLIA, σε μετάφραση Εύης Σκούρα, Το Κοινοτικό Σήμα και η Διοικητική Διαδικασία Ενώπιον του Γραφείου του Alicante ΕλλΔνη 1996.1003-1014, 1013). Έτσι, ο υποψήφιος δικαιούχος ενός κοινοτικού σήματος μπορεί να υπερασπιστεί το δικαίωμά του επ’ αυτού ενώπιον του ΓΕΕΑ σε περίπτωση ανακοπής με αντικείμενο την απόρριψη της αίτησης καταχώρησης κοινοτικού σήματος λόγω ύπαρξης προγενέστερου δικαιώματος (άρθρο 42). Να σημειωθεί ότι οι παραπάνω αποφάσεις του ΓΕΕΑ υπόκεινται σε προσφυγή που εξετάζεται από το τμήμα προσφυγών του ΓΕΕΑ (άρθρα 57 επ.).
[7] Άρθρο 63. Το άρθρο αυτό ορίζει ότι «οι αποφάσεις που εκδίδουν επί προσφυγής τα τμήματα προσφυγών υπόκεινται σε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων». Ως τέτοιο νοείται το δικαστήριο υπό θεσμική έννοια, δηλαδή η κοινοτική δικαιοδοσία εν γένει (βλ. 13η αιτιολογική πρόταση του Κανονισμού 40/94). Σύμφωνα δε με το άρθρο 3 της απόφασης 88/591/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1988 περί ιδρύσεως Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ αριθμός 1 319 της 25.11.1988, σελ. 1 και διορθωτικό στην ΕΕ αριθμός 1 241 της 17.8.1989, σελ. 4), όπως τροποποιήθηκε από την απόφαση 93/350 Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ της 18ης Ιουνίου 1993 (ΕΕ αριθμός L 144 της 16.6.1993, σελ. 21), το Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο για κάθε προσφυγή κατά των πράξεων ενός οργανισμού που δημιουργήθηκε με πράξη του παράγωγου κοινοτικού δικαίου (βλ. 13η αιτιολογική πρόταση του Κανονισμού 40/94). Συνεπώς, το Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο για τη συζήτηση των προσφυγών κατά των αποφάσεων των τμημάτων προσφυγών του ΓΕΕΑ και για την ακύρωση ή μεταρρύθμισή τους. Κατά των αποφάσεων του Πρωτοδικείου χωρεί, σύμφωνα με τις γενικές δια-τάξεις, αίτηση αναίρεσης ενώπιον του ΔΕΚ (άρθρο 168Α ΣυνθΕΚ). Για τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου βλ. HANS JUNG, σε μετάφραση Όλγας Ζύγουρα, Το Κοινοτικό Σήμα και η Δικαστική Προστασία ΕλλΔνη 1996.1015-1023, 1015-1016, βλ. επίσης άρθρο του συγγραφέα, Jurisdiction and Procedure in Legal Actions Relating to Community Trade Marks, Trademark World, Μάρτιος 1999, σελ. 31-36.
[8] Άρθρο 91.
[9] ANNAND & NORMAN, Blackstone’s
Guide to the Trade Marks Act 1994, Blackston Press Ltd., 1994, σελ. 256.
[10] Άρθρο 91. Η επιλογή των αρμόδιων δικαστηρίων έπρεπε να γίνει από τα κράτη μέλη μέσα σε προθεσμία τριών ετών από την έναρξη ισχύος του Κανονισμοί 40/94 (16 Μαρτίου 1997). Παρότι η προθεσμία αυτή έχει ήδη εκπνεύσει η χώρα μας δεν έχει συμμορφωθεί προς αυτήν την υποχρέωσή της. Βλ. ΗΛΕΚΤΡΑ ΧΑΡΙΣΗ ΣΤΑΜΟΥ, Η διαδικασία κτήσεως του δικαιώματος στο σήμα, 1998, σελ. 155-156 και V. SCORDAMAGLIA, Jurisdiction and Procedure in Legal Actions Relating to Community Trade Marks, στο συλλογικό έργο με επιμέλεια MARIO FRANZOSI, European Community Trade Mark Commentary to the European Community Regulations 1997, Kluwer Law International, σελ. 383-384. Μέχρι την επιλογή των αρμόδιων δικαστηρίων σύμφωνα με τα παραπάνω, αρμόδια καθίστανται τα δικαστήρια που θα ήταν κατά τόπο και καθ’ ύλη αρμόδια αν επρόκειτο για δίκη σχετική με εθνικό σήμα (άρθρο 91 § 5).
[11] Άρθρο 97. Ζητήματα που δε ρυθμίζονται από τον Κανονισμό, και συνεπώς επαφίενται στο εθνικό δίκαιο, είναι οι δικονομικοί κανόνες (άρθρο 97 § 3), οι κυρώσεις για προσβολή σήματος (άρθρο 98), η διαδικασία λήψης ασφαλιστικών μέτρων (άρθρο 99) και οι προϋποθέσεις άσκησης ενδίκων μέσων (άρθρο 101).
[12] JENKINS, Forum Shopping Under the Community Trade Mark Regulation, Trademark World, Φεβρουάριος 1996, 24-28, σελ. 24. Βλ. επίσης Τίτλο Χ, Τμήματα 2 και 3 του Κανονισμού.
[13] Άρθρο 102.
[14] Σημειωτέον ότι το κείμενο της σύμβασης των Βρυξελλών δεν ισχύει απαράλλακτο σε όλα τα κράτη μέλη, γι’ αυτό και ο Κανονισμός προβλέπει ότι οι διατάξεις της σύμβασης αυτής «παράγουν αποτελέσματα όσον αφορά ένα κράτος μέλος αποκλειστικά στο κείμενο της σύμβασης το οποίο ισχύει όσον αφορά το κράτος αυτό σε δεδομένη στιγμή» (άρθρο 104).
[15] Η δικαιοδοσία για τις διαφορές του άρθρου 102 (λοιπές δίκες σχετικές με κοινοτικά σήματα) ρυθμίζεται αποκλειστικά από τη σύμβαση των Βρυξελλών, καθώς στις περιπτώσεις αυτές το κοινοτικό σήμα αντιμετωπίζεται ως εθνικό σήμα (βλ. JENKINS, όπ. παρ., σελ. 24, 28).
[16] Βλ. άρθρο 92.
[17] Μόνο σε περίπτωση άσκησης ανταγωγής τα δικαστήρια κοινοτικών σημάτων έχουν τη δυνατότητα ελέγχου της εγκυρότητας του κοινοτικού σήματος. Σε κάθε άλλη περίπτωση είναι υποχρεωμένα να θεωρούν το κοινοτικό σήμα έγκυρο (άρθρο 95).
[18] Να σημειωθεί ότι τα άρθρα 2, 4, 5 § 1, 5 § 3, 5 § 4, 5 § 5 της σύμβασης των Βρυξελλών που θα ρύθμιζαν τη διεθνή δικαιοδοσία, καθίστανται ανενεργά από το άρθρο 90 § 2 του Κανονισμού.
[19] Άρθρο 93 § 1. Η έννοια της κατοικίας προσδιορίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 53 της σύμβασης των Βρυξελλών από τη lex fori (ANNAND & NORMAN Blackstone’s Guide to the Community Trade Mark, Blackstone Press Ltd., 1998, σελ. 207 και CHRISTOPHER WADLOW, Enforcement of Intellectual Property in European and International Law, 1998, Sweet & Maxwell, § 5-67). Συνεπώς, εάν μια διαφορά σχετική με προσβολή δικαιώματος σε κοινοτικό σήμα άγεται ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων, ως κατοικία φυσικού προσώπου νοείται ο τόπος της κύριας και μόνιμης εγκατάστασης του ατόμου (άρθρο 51 ΑΚ και ΝΙΚ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Γενικές Αρχές του αστικού δικαίου, 1983, σελ. 94, 95) ενώ ως έδρα νομικού προσώπου πρέπει να γίνει δεκτό ότι νοείται η πραγματική έδρα, δηλαδή ο τόπος όπου ασκείται στην πραγματικότητα η διοίκηση της εταιρείας (άρθρο 10 ΑΚ και Α. ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΑ ΚΗ-ΑΛΕΞΙΟΥ, Ζ. ΠΑΠΑΣΙΩΠΗ-ΠΑΣΙΑ, Ε. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο Τεύχος Β΄, 1994, σελ. 233-234). Ο όρος «εγκατάσταση» αποτελεί πιθανότατα συντόμευση του όρου «πραγματική και ενεργός βιομηχανική ή εμπορική εγκατάσταση, που απαντάται στο άρθρο 5 και έχει τις ρίζες του στο άρθρο 3 της Σύμβασης των Παρισίων περί προστασίας της βιομηχανικής ιδιοκτησίας της 20ής Μαρτίου 1883 (ANNAND & NORMAN, Blackstone’s Guide to the Community Trade Mark. Blackstone Press Ltd., 1998, σελ. 204). Η διαφορά ανάμεσα σε κατοικία και εγκατάσταση ενδέχεται κατά περίπτωση να είναι δυσδιάκριτη (V. SCORDAMAGLIA, σε παρ., σελ. 395 και CHRISTOPHER WADLOW, όπ. παρ., § 5-75).
[20] Άρθρο 93 § 2.
[21] Άρθρο 93 § 3.
[22] Άρθρο 93 § 5. Για την έννοια του τόπου διάπραξης της προσβολής βλ. υποσημείωση 51, παρακάτω.
[23] Δηλαδή, το δικαστήριο αυτό είναι γενικής αρμοδιότητας (έχει extra-territorial subject matter jurisdiction): άρθρο 94 § 1. Πάντως, η γενική αρμοδιότητα ενός δικαστηρίου και η δυνατότητα αυτού να αποφασίσει επί περισσοτέρων πράξεων προσβολής που λαμβάνουν χώρα σε περισσότερα κράτη μέλη, προϋποθέτει ότι οι πράξεις προσβολής αποτελούν μερικότερα αποτελέσματα της ίδιας κατά βάση ενέργειας κάποιου προσώπου (όπως π.χ. συμβαίνει στην περίπτωση του κατασκευαστή των προϊόντων ή του γενικού εισαγωγέα για το σύνολο της κοινοτικής επικράτειας): ROLAND KNAAK, The Legal Enforcement of the Community Trade-mark and of Prior National Rights, IIC 1998 (7), 754 – 776, σελ. 760.
[24] Ένα σημαντικό πρόβλημα, που ενδεχομένως να ανακύψει στην περίπτωση αυτή, πηγάζει από το άρθρο 98 8 2, το οποίο ορίζει ότι τα δικαστήρια κοινοτικών σημάτων πρέπει να εφαρμόζουν, ως προς τις κυρώσεις, το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο διαπράχθηκαν οι πράξεις προσβολής. Έτσι, όταν συντρέχουν περισσότερες ενέργειες προσβολής ενός κοινοτικού σήματος σε περισσότερα κράτη μέλη και ασκείται αγωγή σε ένα γενικής αρμοδιότητας δικαστήριο, τότε το δικαστήριο αυτό θα αναγκαστεί να εφαρμόσει μία πλειάδα εθνικών δικαίων κατά την αξιολόγηση των διαφόρων ενεργειών προσβολής του σήματος και των συνεπειών τους (ROLAND KNAAK, όπ. παρ., σελ. 765, 766 και 776 και HANS JUNG, όπ. παρ., σελ. 1020).
[25] Άρθρο 93 § 4 α΄ σε συνδυασμό με το άρθρο 17 της σύμβασης των Βρυξελλών.
[26] Άρθρο 93 § 4 β΄ σε συνδυασμό με το άρθρο 18 της σύμβασης των Βρυξελλών.
[27] Βλ. υποσημείωση 5 παραπάνω.
[28] V. SCORDAMAGLIA, όπ.
παρ., σελ. 408.
[29] Άρθρο 99 § 1.
[30] Άρθρο 99 § 2. Το εν λόγω άρθρο επιφυλάσσει τη δυνατότητα λήψης ασφαλιστικών μέτρων με ισχύ σε όλα τα κράτη μέλη μόνο για τα δικαστήρια κοινοτικών σημά των που στηρίζουν την αρμοδιότητά τους στην κατοικία ή την εγκατάσταση (βλ. ANDRÉ HUFT, La marque communautaire: la compétence des juridictions des États membres pour connaître de sa validité et de sa contrefaçon, Journal du Droit International, 1994.623-641, 637-638, ο οποίος όμως είναι αντίθετος με αυτή τη ρύθμιση και θεωρεί ως πιο κατάλληλα τα δικαστήρια του τόπου διάπραξης της προσβολής). Αποκλείει, δηλαδή, ο Κανονισμός τη δυνατότητα λήψης ασφαλιστικών μέτρων με ισχύ σε κάθε κράτος μέλος για τα δικαστήρια εκείνα που στηρίζουν την αρμοδιότητά τους στον τόπο διάπραξης της προσβολής, η οποία διαφορετικά θα υπήρχε αφού δεν απαγορεύεται από τη σύμβαση των Βρυξελλών (άρθρο 24 της σύμβασης). Η λύση αυτή που ακολουθείται από τον Κανονισμό δικαιώνει τις επιφυλάξεις που διατυπώνονται για την απεριόριστη δυνατότητα που παρέχει η σύμβαση των Βρυξελλών σε κάποιον διάδικο να ασκήσει αίτηση ασφαλιστικών μέ-τρων σε οποιοδήποτε δικαστήριο του κοινοτικού χώρου (βλ. Α. ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΑΚΗ-Α-ΛΕΞΙΟΥ, Ζ. ΠΑΠΑΣΙΩΠΗ-ΠΑΣΙΑ, Ε. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, Τεύχος Β΄, 1994, σελ. 236). Η εν λόγω ρύθμιση έχει ιδιαίτερη πρακτική σημασία και θα επηρεάσει άμεσα την πρακτική που τα τελευταία χρόνια αναπτύχθηκε στην Ολλανδία, όπου αποφάσεις που λαμβάνονταν με διαδικασία ανάλογη των ασφαλιστικών μέτρων (kort geding proceedings) εκτελούνταν σε άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με τη σύμβαση των Βρυξελλών. Βλ. GEOFFREY GAUCI, Beware of the Danger which Lurks in the Netherlands: The Pan-European Injunction, EIPR 1998.361-363 και V. SCORDAMAGLIA, όπ. παρ., σελ. 398, ο οποίος είναι αντίθετος προς τη ρύθμιση αυτή του κανονισμού και υπεραμύνεται της πρακτικής των Ολλανδικών δικαστηρίων, τονίζοντας ότι σε κάθε περίπτωση, ως ασφαλιστική δικλείδα, η νομολογία του ΔΕΚ δεν επιτρέπει την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων σε άλλα κράτη μέλη, εάν ο καθού δεν κλητεύθηκε και δεν παραστάθηκε κατά τη διαδικασία λήψης του ασφαλιστικού μέτρου (Βλ. Υπόθεση 125/79 Danilauer/SNC Couchet Frères, Απόφαση της 21.5.1980, Rep. 1980, σελ. 1553).
[31] Να σημειωθεί ότι το άρθρο 21 της σύμβασης των Βρυξελλών δεν εφαρμόζεται όταν οι διαδοχικές αγωγές εισάγονται σε δικαστήρια διαφορετικών κρατών μελών που στηρίζουν την αρμοδιότητά τους στον τόπο διάπραξης της προσβολής, διότι σε αυτές τις περιπτώσεις οπωσδήποτε δεν θα υπάρχουν τα ίδια πραγματικά περιστατικά: V. SCORDAMAGLIA, όπ. παρ., σελ. 395.
[32] Α. ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΑΚΗ-ΑΛΕΞΙΟΥ, Ζ. ΠΑΠΑΣΙΩΠΗ- ΠΑΣΙΑ, Ε. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ, όπ. παρ, α 250 και Ρ. Μ. NORTH, J. J. FAWCETT, Cheshire and North’s Private Internation Law, 12th ed., 1992, σελ. 328.
[33] Υπόθεση 129/83 Zelger v Salinitri, ΣυλλΝομολ 1984, σελ. 2397, C.M.L.R. 3(1985).
[34] Βλ. Α. ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΑΚΗ-ΑΛΕΞΙΟΥ, Ζ. ΠΑΠΑΣΙΩΠΗ-ΠΑΣΙΑ, Ε. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ, όπ. τ σελ. 251-252 και άρθρο 22 § 3 της σύμβασης των Βρυξελλών.
[35] Άρθρο 105 § 1 α΄ σε συνδυασμό με το άρθρο 21 της σύμβασης των Βρυξελλών. Εάν έχει ήδη εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της ουσίας, το μεταγενέστερα επιληφθέν δικαστήριο απορρίπτει την αγωγή (άρθρο 105 88 2 και 3).
[36] Αν πρόκειται, δηλαδή, για ταυτόσημα σήματα και ομοειδή προϊόντα ή υπηρεσίες ή για ομοειδή σήματα και ταυτόσημα ή ομοειδή προϊόντα ή υπηρεσίες.
[37] Άρθρο 105 § 1 β΄ σε συνδυασμό με το άρθρο 22 της σύμβασης των Βρυξελλών.
[38] Το άρθρο 100 § 1 προβλέπει ότι ένα δικαστήριο κοινοτικών σημάτων που έχει επιληφθεί αγωγής η οποία προβλέπεται στο άρθρο 92, εκτός της αναγνωριστικής αγωγής μη παραποίησης – απομίμησης, οφείλει, εφόσον δεν υπάρχουν ειδικοί λόγοι συνέχισης της δίκης, να αναστείλει τη διαδικασία, εάν το κύρος του κοινοτικού σήματος έχει ήδη αμφισβητηθεί ενώπιον άλλου δικαστηρίου κοινοτικών σημάτων Η ενώπιον του ΓΕΕΑ. Το άρθρο 100 § 2 ορίζει ότι το ΓΕΕΑ όταν έχει επιληφθεί αίτησης έκπτωσης ή ακυρότητας, οφείλει, εφόσον δεν υπάρχουν ειδικοί λόγοι συνέχισης της δίκης, να αναστείλει τη διαδικασία, εάν το κύρος του κοινοτικού σήματος έχει ήδη αμφισβητηθεί με ανταγωγή ενώπιον δικαστηρίου κοινοτικών σημάτων. Ωστόσο, με αίτηση κάποιου από τους διαδίκους, τα δικαστήριο κοινοτικών σημάτων μπορεί να αναστείλει αυτό τη διαδικασία και το ΓΕΕΑ να συνεχίσει τη διαδικασία που εκκρεμεί ενώπιόν του. Τέλος, το άρθρο 100 § 3 παρέχει στα δικαστήρια κοινοτικών σημάτων τη δυνατότητα λήψης ασφαλιστικών μέτρων για όλη τη διάρκεια της αναστολής. Πρέπει να τονιστεί ότι δε διευκρινίζεται στον Κανονισμό ποιοι μπορεί να είναι οι «ειδικοί λόγοι συνέχισης της δίκης», οι οποίοι δύνανται να οδηγήσουν σε απόκλιση από την αρχή της προτεραιότητας της το πρώτον κινηθείσης διαδικασίας (βλ. HANS JUNG, όπ. παρ., σελ. 1021). Η οριοθέτηση της έννοιας αυτής επαφίεται στα δικαστήρια κοινοτικών σημάτων και στο ΓΕΕΑ.
[39] B. HANS JUNG, όπ. παρ., σελ. 1021.
[40] Υποστηρίζεται ότι οι ρυθμίσεις του Κανονισμού για την αναστολή της διαδικασίας θα αποτελέσουν εμπόδιο στην αποτελεσματική δικαστική προστασία των κοινοτικών σημάτων (Βλ. HANS JUNG, όπ. παρ., σελ. 1021-1022). Η έκδοση δικαστικών αποφάσεων ενδέχεται να καθυστερήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα, καθώς στην περίπτωση που το επιληφθέν μίας ανταγωγής δικαστήριο κοινοτικών σημάτων αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία επί προσβολής σήματος, τότε θα πρέπει πρώτα να αποφασίσει το τμήμα ακυρώσεων του Γραφείου για την αίτηση κήρυξης έκπτωσης ή ακυρότητας του σήματος (άρθρο 55). Η απόφαση που θα εκδοθεί θα είναι προσβλητή δια της προσφυγής του άρθρου 57 ενώπιον του τμήμα-τος προσφυγών του ΓΕΕΑ. Κατά της απόφασης του τμήματος προσφυγών χωρεί προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου (άρθρο 63). Η απόφαση, πάλι, αυτού υπόκειται σε προσφυγή ενώπιον του ΔΕΚ. Ο σηματούχος, λοιπόν, βρίσκεται αντιμέτωπος με μία μακρά οδό μέχρι και τεσσάρων δικαιοδοσιών επί κοινοτικού επιπέδου μέχρις ότου δυνηθεί το δικαστήριο κοινοτικών σημάτων να συνεχίσει την ενώπιόν του εκκρεμή διαδικασία επί της αγωγής. Εάν μάλιστα ληφθεί υπόψη και η δυνατότητα περαιτέρω αναστολής της διαδικασίας προς το σκοπό προδικαστικής παραπομπής ενώπιον του ΔΕΚ (άρθρο 177 ΣυνθΕΚ) για ζητήματα ερμηνείας Κανονισμού 40/94, τότε «κανείς δε θα ήθελε να σκέπτεται την αναμενόμενη διάρκεια όλης αυτής της διαδικασίας» (HANS JUNG, όπ. παρ., σελ. 1022). Κατά αυτής της άποψης, μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο Κανονισμός λαμβάνει μέριμνα για πιθανότητα μακροχρόνιας αναστολής της διαδικασίας, με την πρόβλεψή του για λήψη ασφαλιστικών μέτρων καθ’ όλη τη διάρκεια της αναστολής (άρθρο 100). Άλλωστε, όπως ειπώθηκε, η λήψη ασφαλιστικών μέτρων, λόγω της ταχύτητας διαδικασίας, αποτελεί τη σημαντικότερη ίσως παράμετρο δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας.
[41] Βλ. απόφαση του ΔΕΚ της 22.10.1987, Υπόθεση 314/85 Foto-Frost/Hauptzoll Lubeck-Ost, ΣυλλΝομολ 1987, σελ. 4199 επ., ιδίως σελ. 4255 επ., σύμφωνα με τ οποία για την αναγνώριση της ακυρότητας μιας πράξεως κοινοτικού οργάνου τη σταται μονοπώλιο της κοινοτικής δικαιοδοσίας, γι’ αυτό και υπάρχει υποχρέωση παραπομπής στο ΔΕΚ, ανεξαρτήτως ενώπιον ποίου δικαστηρίου το ζήτημα αυτό ανακύπτει (HANS JUNG, όπ. παρ., σελ. 1022). Πάντως, πέραν από τη δυνατότητα του εναγομένου να αμφισβητήσει την εγκυρότητα κοινοτικού σήματος με ανταγωγή έκπτωσης ή ακυρότητας, του παρέχεται η δυνατότητα να προβάλει ως ένσταση (άμυνα επί της ουσίας) τον ισχυρισμό της έκπτωσης ή της ακυρότητας μόνο στο βαθμό που επικαλείται ως λόγο έκπτωσης ή ακυρότητας την ανεπαρκή χρήση ή την ύπαρξη προγενέστερου δικαιώματος (άρθρο 95 § 3). Σε μια τέτοια περίπτωση, η απόφαση του δικαστηρίου κοινοτικών σημάτων που κάνει δεκτή την παραπάνω ένσταση δεν έχει ως συνέπεια τη διαγραφή του κοινοτικού σήματος αλλά μόνο την απόρριψη της αγωγής.
[42] Bλ. HANS JUNG, όπ. παρ., σελ. 1022.
[43] V. SCORDAMAGLIA, όπ.
παρ., σελ. 406 και EVA-MARINA BASTIAN και ROLAND KNAAK, Trademark
Infringement Proceedings in the Countries of the European Union, IIC 1995 (2),
149-174, 150-151.
[44] Άρθρο 98 § 1. Πρόκειται προφανώς για την αξίωση παράλειψης της προσβολής του ουσιαστικού δικαίου (που περιλαμβάνει και την αξίωση για άρση της υφιστάμενης προσβολής), η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με το ασφαλιστικό μέτρο της προσωρινής παράλειψης της προσβολής (V. SCORDAMAGLIA, όπ. παρ., σελ. 407). Ο Κανονισμός δεν προβλέπει τα μέτρα με τα οποία εξασφαλίζεται αυτή η απαγόρευση συνέχισης της προσβολής, αλλά ορίζει ότι το δικαστήριο λαμβάνει τα κατάλληλα σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο μέτρα. Να σημειωθεί ότι από τη διατύπωση του εν λόγω άρθρου προκύπτει ότι το δικαστήριο δεν έχει τη διακριτική ευχέρεια, αλλά είναι υποχρεωμένο να διατάξει την απαγόρευση της προσβολής εφόσον διαπιστώσει ότι πράγματι υφίσταται τέτοια. Κατ’ εξαίρεση, εάν υπάρχουν ει-δικοί λόγοι, μπορεί να μην διατάξει την απαγόρευση (ANNAND & NORMAN, Blackstone’s Guide to the Community Trade Mark, Blackstone Press Ltd., 1998, σελ. 205). Βέβαια, σε μια τέτοια περίπτωση, η απόφαση του δικαστηρίου θα πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς.
[45] Άρθρο 98 § 2.
[46] V. SCORDAMAGLIA, όπ. παρ., σελ. 407. Στη χώρα μας συνήθεις κυρώσεις αποτελούν η απαγόρευση κυκλοφορίας, διαφήμισης, προσφοράς, εξαγωγής, εισαγωγής και διάθεσης με οποιονδήποτε τρόπο των παράνομα σηματοδοτημένων προϊόντων, ως τρόποι υλοποίησης της αξίωσης παράλειψης της προσβολής. Μάλιστα, είναι δυνατό να επιβάλλεται ως κύρωση για την παράλειψη της προσβολής και η υποχρέωση θετικής ενέργειας που πρέπει να επιχειρήσει ο προσβολέας, όπως είναι πρόσθεση ενός επιπλέον διακριτικού μέσου. Εξάλλου, η απαγόρευση διάθεσης, παύση παροχής υπηρεσιών, η καταστροφή ή η αφαίρεση των σημάτων από τ προϊόντα, η περιγραφή των σηματοδοτημένων εμπορευμάτων και η δημοσίευση της απόφασης αποτελούν κυρώσεις που επιβάλλονται για να επιτευχθεί η παύση της υφιστάμενης προσβολής. Τέλος, είναι δυνατή η επιδίωξη αποζημίωσης για τη ζημία από την προσβολή (άρθρο 26 Ν. 2239/1994 και Μ.-Θ. ΜΑΡΙΝΟΣ, στο συλλογικό έργο Δίκαιο Σημάτων (επιμέλεια ΝΙΚ. ΡΟΚΑ), 1996, σελ. 293-298).
[47] CHRISTOPHER WADLOW, όπ.
παρ., §§ 5-08 και 5-23.
[48] Το γεγονός αυτό μπορεί να συμβεί π.χ. με την καταστροφή των προϊόντων, η οποία ως κύρωση προβλέπεται από κάποια κράτη μέλη ενώ αποδοκιμάζεται από άλλα (V. SCORDAMAGLIA, όπ. παρ., σελ. 408).
[49] Βλ. V. SCORDAMAGLIA, όπ. παρ., σελ. 372. Στη χώρα μας, το άρθρο 28 του ν 2239/1994 ορίζει ότι «Τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον διακοσίων χιλιάδων (200.000) δραχμών ή με μία από τις ποινές αυτές: α) όποιος παραποιεί σήμα ή κάνει εν γνώσει του χρήση παραποιημένου σήματος…». Παρά το γεγονός ότι η διάταξη αυτή περιλαμβάνεται στο νόμο που ρυθμίζει το καθεστώς των εθνικών σημάτων, η διατύπωσή της είναι τέτοια (προσβολή σήματος γενικά, χωρίς να τίθεται ο επιθετικός προσδιορισμός «εθνικού» σήματος), ώστε να μην αποκλείεται καταρχήν η εφαρμογή της και στην περίπτωση προσβολής κοινοτικού σήματος.
[50] Βλ. JENKINS, όπ. παρ., σελ. 26.
[51] Το φάσμα των επιλογών του σηματούχου μπορεί να μεγεθυνθεί ακόμη περισσότερο εάν υιοθετηθεί μια ευρεία ερμηνεία για τον προσδιορισμό του τόπου όπου δια-πράχθηκε η προσβολή. Τέτοιος τόπος θα μπορούσε να είναι ακόμα και αυτός ό-που εμφανίστηκε η ζημία, δηλαδή, στην ουσία ο τόπος κατοικίας του ενάγοντος (Βλ. Απόφαση της 30.10.1976 του ΔΕΚ στην υπόθεση 21/76 Bier / Mines de potasse d‘Alsace, Rep. 1976, σελ. 1735-1758). Όμως, η νεότερη νομολογία του ΔΕΚ δεν δέχεται ότι μπορεί ως τόπος προσβολής να θεωρηθεί και αυτός όπου εμφανίστηκαν οι οικονομικές συνέπειες της προσβολής (Βλ. Απόφαση της 11.1.1990 του ΔΕΚ στην υπόθεση C-220/88 Dumez France and Tracoba, ΣυλλΝομολ 1990, σελ. 1-49 και Απόφαση της 73.1995 στην υπόθεση C-68/93 Fiona Shevill / Pres se Alliance SA. Βλ. επίσης, ANDRÉ HUET, όπ. παρ., σελ. 635). Σε κάθε περίπτωση, η δυνατότητα επιλογής δικαστηρίου μπορεί να διευρυνθεί όταν η πράξη προσβολής λάβει χώρα σε περισσότερα κράτη μέλη, όπως στην περίπτωση όπου η παράνομη σηματοδότηση των εμπορευμάτων γίνεται σε ένα κράτος και η διάθεσή τους σε κάποιο άλλο (V. SCORDAMAGLIA, όπ. παρ., σελ. 387).
[52] Βλ. JENKINS, όπ. παρ., σελ. 26.
[53] Για μια συγκριτική μελέτη ως προς την ακολουθούμενη διαδικασία και πρακτική από τα αρμόδια επί προσβολής σημάτων δικαστήρια σε έξι κράτη μέλη (Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Μεγάλη Βρετανία και Ολλανδία) βλ. EVA-MARINA BAS-TIAN και ROLAND ΚΝΑΑΚ, όπ. παρ..
[54] Π.χ. τα δικαστήρια κοινοτικών σημάτων της Benelux ίσως αποδειχθούν ιδιαίτερα προσφιλή, εξαιτίας του ευρύτατου πεδίου προστασίας που αυτά αναγνωρίζουν υπέρ των σηματούχων, αποδεχόμενα την έννοια της συσχέτισης επί τη βάσει κάθε συνειρμού και όχι μόνο επί τη βάσει της προέλευσης (non-origin association). Έτσι, στην υπόθεση CLAERYN/KLAREIN, το αρμόδιο δικαστήριο της Benelux έκρινε ότι η χρησιμοποίηση του σήματος Klarein για απολυμαντικό προϊόν αποτελεί προσβολή του όμοιου σήματος CLAERYN για οινοπνευματώδη ποτά, διότι ο καταναλωτής «δεν θα έπρεπε ούτε για μια στιγμή να νιώσει τη γεύση του σαπουνιού όταν πίνει το τζιν που φέρει το τελευταίο σήμα» (Benelux Court of Justice 1 Μαρτίου 1975, NJ 1975, 472).
[55] Βλ. Sabel v Puma AG, Υπόθεση C-251/95, απόφαση της 11 Νοεμβρίου 1997 [1998] E.T.M.R. 1, Canon v MGM, Υπόθεση C-39/97, απόφαση της 29 Σεπτεμβρίου 1998 [1999] E.T.M.R. 1, Lloyd Schuhfabrik Meyer & Co GmbH v Klijren Handel BV, Y-πόθεση C-342/97, απόφαση της 22 Ιουνίου 1999, General Motors Corporation v Yplon SA, υπόθεση C-375/1997, απόφαση της 14.9.1999.
[56]
Ειδικότερα, το
ΔΕΚ
αντιμετώπισε
το πρόβλημα
της υιοθέτησης
ή όχι από τον
Κανονισμό της
συσχέτισης επί
τη βάσει κάθε
συνειρμού (non-origin
association). Βλ. σχετικά: GIELEN, European Trade Mark
Legislation: The Statements EIPR 1996.83-89, HARRIS, UK Trade Mark Law: Are You
Confused? The Wagamama Decision, EIPR 1995.601-603, KAMPERMAN SANDERS, The
Wagamama Decision: Back to the Dark Ages of Trade Mark Law, EIPR 19963-5,
PRESCOTT, Think Before You Waga Finger, EIPR 1996.317-321, KAMPERMAN SANDERS,
The Return to Wagamama, EIPR 1996.521, PRESCOTT, Has the Benelux Trade Mark Law
Been Written into the Directive?, EIPR 1997.99.
[57]
Το ΔΕΚ
υιοθέτησε την
άποψη ότι ο
κίνδυνος
συσχέτισης δεν
αποτελεί
αυτοτελή
έννοια, αλλά
μερικότερη
έννοια του
κινδύνου
σύγχυσης.
Συνεπώς, η απλή
συσχέτιση στην
οποία μπορεί
να προβεί το
κοινό για δύο
σήματα δεν
αρκεί από μόνη
της για να
διαγνωσθεί
κίνδυνος
σύγχυσης.
Παράλληλα,
όμως, το ΔΕΚ
δέχθηκε ότι
για να
διαγνωσθεί
κίνδυνος
σύγχυσης πρέπει
να λαμβάνονται
υπόψη τόσο η
ομοιότητα
μεταξύ των
σημάτων όσο
και η
ομοιότητα
μεταξύ των
προϊόντων και
ό-τι ο χαμηλός
βαθμός
ομοιότητας
μεταξύ των
προϊόντων
μπορεί να
αντισταθμιστεί
από έναν υψηλό
βαθμό
ομοιότητας μεταξύ
των σημάτων
και
αντίστροφα. Η
ερμηνεία αυτή
αφήνει το
περιθώριο στα
εθνικά
δικαστήρια να
διαγνώσουν
κίνδυνο
σύγχυσης στις
περιπτώσεις
όπου η απλή
συσχέτιση
γίνεται με
σήματα με
ισχυρή διακριτική
δύναμη: ISABEL DAVIES και RUTH
ANNAND, European Court of Justice: Sabel v Puma, Trademark World,
Ιανουάριος 1998, 18-21,
σελ. 20-21, GERT WÜRTEN- BERGER, A Risk of Confusion in Community
Trade Mark Law: First Contours
Case Law of the European Court of Justice and the Harmonisation Office, ElP
1999.508-518, σελ. 510-511, IGNACIOA DE MEDRANO CABALLERO, Le droit com munautaire des marques: la notion
de risque de confusion,
Revue du Marché Uniqı Européen 3/1999,
141-165 (151-153). Πράγματι, η
ακόμα πιο
πρόσφατη νομολογί
του ΔΕΚ (General Motors
Corporation v Yplon SA,
υπόθεση C-375/1997, απόφαι
της 14.9.1999) υιοθετεί
την άποψη ότι
σήμα επαρκώς
γνωστό στο
κοινό μπορεί
προσβληθεί από
σήμα που
χρησιμοποιείται
για ανόμοια
προϊόντα επί
τη βάσει πλής
συσχέτισης των
σημάτων. Για το θέμα αυτό βλ. επίσης, CHARLES GIELEN, Benelux
Perspective, EIPR 1998.109, ANNA CARBONI, Confusion Clarified, EIP 1998 3 107 και ΑNNETTE WAGNER, Infringing
Trade Marks: Function, Associatio and Confusion of
Signs According to the E.C. Trade Marks Directive, EIPR 199% 127-132.
[58] ISABEL DAVIES και
RUTH ANNAND, όπ. παρ., σελ.
21.
[59] Ο κίνδυνος, βέβαια, αυτός δεν θα είναι τόσο μεγάλος για σήματα που έχουν ήδη καταστεί γνωστά και έχουν αποκτήσει ιδιαίτερη διακριτική δύναμη. Αντίθετα, θα είναι αυξημένος για κάθε νέο κοινοτικό σήμα ή για τα σήματα εκείνα που δεν έχουν αποκτήσει ιδιαίτερη διακριτική δύναμη. Έτσι, σε μια εντελώς υποθετική περίπτωση, κοινοτικό σήμα αποτελούμενο από τη λέξη «TROFIMA» και χρήσιμο ποιούμενο για διάκριση προϊόντων τροφίμων, θα μπορούσε πολύ εύκολα να ακυρωθεί με ανταγωγή ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων κοινοτικών σημάτων ως σήμα αποτελούμενο αποκλειστικά από λέξη που χρησιμεύει για τη δήλωση του είδους των προϊόντων. Ενδεχομένως, όμως, το ίδιο σήμα δε θα θεωρούνταν περιγραφικό και δε θα αντιμετώπιζε ανάλογο κίνδυνο στα δικαστήρια των υπολοίπων κρατών μελών, στη γλώσσα των οποίων η λέξη αυτή δεν αποδίδει κάποιο ιδιαίτερο νόημα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 1999 του Τμήματος Προσφυγών του Γ.Ε.Ε.Α., Υπόθεση R 150/1998-2, In re Ford Motor Company, (IIC 1999 (8), σελ. 931-932), με την οποία κρίθηκε ότι είναι απαράδεκτο προς καταχώρηση λεκτικό σήμα που αποτελείται από τη λέξη «Ορtions», παρά το γεγονός ότι λόγω μακροχρόνιας χρήσης έχει αποκτήσει διακριτική δύναμη στη Μεγάλη Βρετανία, δεδομένου ότι η ίδια λέξη υπάρχει και στο γαλλικό λεξιλόγιο και είναι σίγουρα περιγραφική στη Γαλλία. Η απόφαση αυτή του Τμήματος Προσφυγών του Γραφείου επικυρώθηκε πρόσφατα και από το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην Υπόθεση T-91/99, Ford Motor Company/ OHMI (OPTIONS), Απόφαση της 30.3.2000.
[60] Χαρακτηριστικά παραδείγματα σημάτων που προέρχονται από το ελληνικό λεξι-λόγιο αποτελούν τα σήματα: ΝΙΚΕ (που προέρχεται από τη λέξη «νίκη»), KOUROS (από τη λέξη «κούρος»), KOLYNOS (σύνθετο σήμα που προέρχεται από τις λέξεις «κωλύω» και «νόσος») κλπ.. Βλ. ELLEN GREDLEY, Etymology, Is your trade mark classic?, Managing Intellectual Property, issue 30 (June 1993), σελ. 31-34, η οποία μάλιστα διατυπώνει την επιφύλαξη για το κατά πόσον θα κατατίθενται αιτήσεις για καταχώρηση νέων κοινοτικών σημάτων που θα πηγάζουν από το ελληνικό λεξιλόγιο.
[61] Έτσι, ένα σήμα μπορεί να φαίνεται ηχητικά εξαιρετικά όμοιο σε κάποιον καταναλωτή – ομιλητή της Γερμανικής γλώσσας και να προκαλεί κίνδυνο σύγχυσης με προγενέστερα κατατεθειμένο σήμα, αλλά μπορεί να μην προκαλεί την ίδια ηχητική εντύπωση σε κάποιον καταναλωτή – ομιλητή της αγγλικής γλώσσας (ΑΝ-NAND & NORMAN, Blackstone’s Guide to the Community Trade Mark, Blackstone Press Ltd., 1998, σελ. 208).
[62] Για παράδειγμα, ο προσβολέας που δεν έχει κατοικία ή εγκατάσταση σε κανένα κράτος μέλος, μπορεί να οδηγήσει τον σηματούχο στα δικαστήρια ενός συγκεκριμένου κράτους μέλους, ανοίγοντας στην επικράτεια του κράτους αυτού ένα κατάστημα: V. SCORDAMAGLIA, όπ. παρ., σελ. 395.
[63] Βλ. JENKINS, όπ. παρ., σελ. 27.
[64] Έτσι, σε μία υποθετική περίπτωση, ενέργειες προσβολής ενός κοινοτικού σήματος λαμβάνουν χώρα στα κράτη μέλη Α, Β και Γ και ο εναγόμενος κατοικεί στο κρ τος μέλος Δ. Εάν υποτεθεί ότι τα δικαστήρια των κρατών Α και Β δεν υιοθετούν τη θεωρία της συσχέτισης επί τη βάσει κάθε συνειρμού, ενώ τα δικαστήρια των κρατών Γ και Δ την υιοθετούν, τότε θα ήταν προς το συμφέρον του σηματούχου να προσφύγει στα δικαστήρια των κρατών μελών Γ και Δ, που αποδέχονται ένα ευρύτερο πλαίσιο προστασίας για τα δικαιώματα επί σημάτων. Επιπλέον, θα ήταν προς το συμφέρον του σηματούχου να προσφύγει στα δικαστήρια του κράτους μέλους Δ, τα οποία στηρίζουν την αρμοδιότητά τους στην κατοικία του εναγομένου (άρθρα 93 § 1 και 94 § 1) και άρα μπορούν να αποφασίζουν ακόμη και για τις ενέργειες προσβολής που λαμβάνουν χώρα στα κράτη Α και Β. Εάν, αντιθέτως, ο σηματούχος προσφύγει στα δικαστήρια του κράτους Γ, τότε αυτά, μη έχοντας γενική αρμοδιότητα, δε θα είναι σε θέση να αποφασίσουν για τις πράξεις προσβολής που συμβαίνουν στα κράτη Α και Β. Σε αυτήν την περίπτωση, είναι πιθανό τα δικαστήρια κοινοτικών σημάτων των κρατών Α και Β να εξετάσουν αργότερα τις πράξεις προσβολής που συμβαίνουν σε αυτά τα κράτη και να αποφανθούν διαφορετικά από τα δικαστήρια του κράτους Γ. (Αντίθετα, υποστηρίζεται ό τι, στην πράξη, η έκδοση τελεσίδικης απόφασης από τα δικαστήρια κράτους μέλους που δεν έχουν γενική αρμοδιότητα, θα καθορίσει και τη στάση των μεταγενέστερα επιληφθέντων δικαστηρίων για προσβολές που συμβαίνουν σε άλλα κράτη μέλη: JENKINS, όπ. παρ., σελ. 27. Όμως, όπως προκύπτει από το πιο πάνω παράδειγμα, αυτό δεν ισχύει στις περιπτώσεις που ανακύπτει πρόβλημα διαφορετικής ερμηνείας των διατάξεων του Κανονισμού).